Η εξομολόγηση του Βαγγέλη Μόρα ...

Ο μικρός Βαγγέλης Μόρας συναγωνιζόταν με τον αδερφό του στα πάντα. Όταν έφταναν σε τελικό πρωταθλήματος τάε κβον ντο, όμως, δεν έμπαιναν στη διαδικασία να τον παίξουν. Όταν δόθηκε φιλικό με σκοπό να τσεκαριστεί από την ΑΕΛ ο αδερφός του, αυτός που επελέγη ήταν ο… σέντερ φορ Βαγγέλης. Κάπως έτσι ξεκίνησε μια πορεία 20 και πλέον ετών. Από τους βυσσινί της Λάρισας, στα βυσσινί της Προοδευτικής, από εκεί στην ΑΕΚ και ακολούθως η απόλυτη καταξίωση στη Serie A με θητεία σε Μπολόνια, Ελλάς Βερόνα και Μπάρι, με ένα μικρό πέρασμα από τη Σουόνσι.

Οι αλησμόνητες στιγμές στην Προοδευτική του Σούλη Παπαδόπουλου, ο φόβος απέναντι στον Ντούσαν Μπάγεβιτς, το… μίσος στον Φερνάντο Σάντος και το… χαστούκι όταν έμαθε πως δεν θα παίξει στον τελικό του Κυπέλλου εναντίον του Ολυμπιακού. Το «ντου» στο προπονητικό της Ένωσης, το ξύλο σε παίκτες και τα σπασμένα αυτοκίνητα, οι βρισιές του Κατσουράνη και ο δικτάτορας Φερέρ, τον οποίο χαρακτήρισε ως τον “χειρότερο άνθρωπο” που γνώρισε προπονητικά. Η προσγείωση στην ελληνική πραγματικότητα όταν το όνομά του ενεπλάκη σε υπόθεση με ξέπλυμα χρήματος και το τάμα που εκπλήρωσε στη μνήμη του αδικοχαμένου του αδερφού, επιστρέφοντας και σκοράροντας με τη φανέλα της ΑΕΛ. Τα δύο Παγκόσμια Κύπελλα, το χαμένο πέναλτι του Γκέκα και το «Save Moras» που τον ολοκλήρωσε ως άνθρωπο.

Η εξομολόγηση του 40χρονου Βαγγέλη Μόρα στο Gazzetta…

«Με τον αδερφό μου πηγαίναμε μαζί σε τελικούς στο Τάε Κβον Ντο και δεν παίζαμε»

Βρισκόμαστε στη Λάρισα, στο μαγαζί σου. Γιατί το ονόμασες «Κίτρινα Γάντια»;

«Α, δεν έχει… Από την ταινία απλά».

Τι σημαίνει αυτός ο τόπος για σένα;

«Τι σημαίνει Λάρισα… Εδώ γεννήθηκα, μεγάλωσα εδώ. Ενα παιδί που πήγε στην Ακαδημία της γειτονιάς για να παίξει μπάλα, ονειρευόμενος την ΑΕΛ. Αυτό ήταν το όνειρο, ο μεγάλος στόχος. Να τελειώσει το παιδικό, το εφηβικό, τα ματς του Σαββάτου το πρωί και μετά να πάμε στο γήπεδο για να παρακολουθήσουμε την ομάδα της πόλης μας. Είναι η πόλη μου, μεγάλωσα, έζησα τα εφηβικά μου χρόνια αλλά στα 20 μου έφυγα».

Πότε κατάλαβες ότι είσαι για το κάτι παραπάνω;

«Πάντα πίστευα στις ικανότητές μου, ο πατέρας μου μας είχε βάλει εμένα και τον αδερφό μου από μικρά παιδιά στον αθλητισμό. Μας είχε βάλει σε μια διαδικασία, ας το πούμε “διέξοδο”, για να μην μπλέξουμε ποτέ ζώντας στην πιο κακόφημη συνοικία της Λάρισας, στα Ταμπάκικα. Σήμερα λένε αυτή τη γειτονιά Αμπελόκηπους. Ήταν η πιο κακόφημη συνοικία που υπήρχε, οπότε για να αποφύγουμε τις κακές παρέες μας είχε βάλει στον αθλητισμό. Κάναμε Τάε Κβον Ντο θυμάμαι. Ο αδερφός μου ήταν τεσσάρων ετών, τριών εγώ. Είχαμε μπει στη διαδικασία να είμαστε μέσα στα γυμναστήρια από μικρά. Ο μπαμπάς έκανε Τάε Κβον Ντο, κλωτσούσε στόχους εκείνος, κλωτσούσαμε και εμείς. Θυμάμαι ότι έπαιζε κι ο πατέρας μας ποδόσφαιρο, στους Αμπελόκηπους ως αμυντικός. Στα ξερά γήπεδα της γειτονιάς. Το Τάε Κβον Ντο ήταν η κύρια δραστηριότητα, αλλά μετά, στα 5 μας, μπήκαμε στις ακαδημίες των Αμπελοκήπων. Για μένα, αυτό που με βοήθησε πολύ ήταν ο τρόπος λειτουργίας της Ακαδημίας.

Σας μιλάω για χρονιές που στήριζαν αυτήν την Ακαδημία άνθρωποι κι όλα λειτουργούσαν πολύ επαγγελματικά. Κανείς δεν έλειπε από την προπόνηση, υπήρχαν παρουσίες, το κομμάτι της πειθαρχίας ήταν πολύ σημαντικό. Όλο αυτό, λοιπόν, υπήρχε στο αίμα μας. Κι εγώ κι ο αδερφός μου ήμασταν δύο πιστά παιδιά στον αθλητισμό. Μετά, όταν μπαίνεις στο προεφηβικό και στο εφηβικό καταλαβαίνεις και το κομμάτι του πρωταθλητισμού, αλλά ήμασταν μια φουρνιά παιδιών τότε που ήταν η καλύτερη των Αμπελοκήπων. Όλοι θεωρούσαμε ότι μπορούμε να παίξουμε, άρα ήμασταν καλοί. Πίστεψα ότι μπορώ να κάνω κάτι στα 17 μου. Παίζαμε στο Α’ τοπικό. Εγώ ήμουν σέντερ φορ, μας παρακολουθούσε ο Τάκης ο Σουρλατζής, ο οποίος ήταν χρόνια στις ακαδημίες της ΑΕΛ, είχε την Κ19 και ήταν φίλος του πατέρα μου και μας έκανε τα καλοκαίρια ατομικές προπονήσεις. O Σουρλατζής ήταν μέντορας του Αλεξούλη, οπότε έτσι μπήκαν στη διαδικασία να έρθουν να παρακολουθήσουν εμένα και τον αδερφό μου, για να δουν αν έχουμε τα στοιχεία να γίνουμε επαγγελματίες. Εκεί κατάλαβα ότι κάτι γίνεται, ότι κάποιος σε παρακολουθεί κι ενδιαφέρεται για σένα. Πηγαίναμε σε κάτι μικτές αλλά γενικότερα υπήρχε μεγάλη βρωμιά. Είναι αυτό που λέμε ότι “αν δεν έχει τον γνωστό να σε βάλει στη μικτή…”.

Σίγουρα, σε κάποια παιδιά που μπορεί να ήταν καλύτερα δεν τους δινόταν η ευκαιρία να μπουν στη μικτή και να τους δουν μάτια εκτός Λάρισας. Αυτό που έλεγαν παλιότερα για λάδι και φέτα για κάποιο λόγο το έλεγαν. Αργότερα ήρθαν και τα μετρητά. Ευτυχώς σε μένα δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω αν ζήτησαν ποτέ χρήματα από τον πατέρα μου, αλλά απ’ ό,τι ξέρω δεν έχει γίνει αυτό ποτέ. Για μένα ο Γιάννης Αλεξούλης είναι ο δεύτερος πατέρας μου, με βοήθησε πραγματικά. Είναι αυτός που αποφάσισε να κλειστεί ένα φιλικό, ανάμεσα στους Αμπελόκηπους και στην ΑΕΛ για να δει ποιους θα πάρει. Το φιλικό είχε γίνει για τον αδελφό μου κι όχι για μένα. Δεν θεωρούσαν ότι είμαι έτοιμος – εγώ είχα μπει στον προγραμματισμό τους την επόμενη χρονιά».

«Από την ΑΕΛ, αρχικά, ήθελαν τον αδερφό μου αλλά πήραν εμένα»

 Τι θέση έπαιζε ο αδερφός σου;

 «Αμυντικός χαφ και πίσω. Εγώ πάντα επιθετικός ήμουν. Πιτσιρικάς ήμουν 10άρι, ήμουν ο πιο κοντός στο σχολείο. Όταν έγινα 17 ξαφνικά ψήλωσα αρκετά και πέρασα στην κορυφή της επίθεσης. Μέχρι τον Δεκέμβριο είχα βάλει 7-8 γκολ, το θυμάμαι καλά. Σε εκείνο το φιλικό δεν ξέρω τι είδε αυτός ο άνθρωπος, γιατί εγώ δεν θυμάμαι να είχα περάσει το κέντρο με την ΑΕΚ. Τρέχαμε πίσω από μια μπάλα αλλά προφανώς κάποια στοιχεία θα είδε. Είπε τότε “δεν θέλω το παιδί που μου προτείνετε, αλλά τον Βαγγέλη”. Δηλαδή, προτίμησε εμένα αντί του αδερφού μου. Συγκεκριμένα είπε: “Τον θέλω για αμυντικό χαφ κι όχι για επιθετικό”. Πάντα κάναμε όνειρα ότι κάτι μπορούμε να πετύχουμε, αλλά εκείνη τη σεζόν επί της ουσίας το πιστέψαμε. Το ένιωσα λίγο περισσότερο».

Εκανες κάποια πλάκα στον αδερφό σου επειδή επέλεξαν εσένα;

«Η κόντρα που υπήρχε με τον αδερφό μου ήταν αυτή που μας έκανε τόσο ανταγωνιστικούς και τους δύο. Υπήρχε συναγωνισμός ανάμεσά μας σε οτιδήποτε κι αν κάναμε. Στο Τάε Κβον Ντο που κάναμε κι οι δύο, κατεβαίναμε μαζί στο Πανελλήνιο. Ο αδερφός μου ήταν πρωταθλητής Ελλάδας. Εκείνος ήταν πρώτος στην Κεντρική Ελλάδα κι εγώ δεύτερος. Πηγαίναμε τελικό μαζί και δεν παίζαμε. Αυτός που θα έβγαινε πρώτος θα πήγαινε στο Πανελλήνιο, εμένα δεν με ενδιέφερε τόσο πολύ. Εγώ απλά ακολουθούσα, ο αδερφός μου ήταν πολύ καλύτερος από εμένα. Σκεφτείτε ότι με τον αδερφό μου ήμασταν σαν δίδυμοι, κάναμε τα πάντα μαζί. Είχαμε ίδια ρούχα, παπούτσια. Πάντα υπήρχε κόντρα για το ποιος είναι ο καλύτερος, είναι κάτι που θεωρώ ότι μας βοήθησε πάρα πολύ. Την επόμενη χρονιά θυμάμαι ότι πήγε στον Απόλλωνα Αθηνών αλλά έφυγε στο δίμηνο και ήρθε στην ΑΕΛ όπου υπέγραψε συμβόλαιο».

«Με… πάρκαραν αλλά περίμενα την ευκαιρία μου»

Εσύ πότε ξεκίνησες να κάνεις το βήμα παραπάνω;

«Εκεί η αλήθεια είναι ότι δεν πέρασα καλά. Στα 18,5 συγκεκριμένα, όταν κανόνισαν το φιλικό και δεν πέρασα καλά γιατί έναν μήνα αφού είχα πάει εγώ, έφυγε ο προπονητής. Άρχισαν τα προβλήματα στην ΑΕΛ. Ήταν η τελευταία χρονιά του Μπατατούδη, η ομάδα ήταν εκτός στόχων κι οι άνθρωποι που ήρθαν αργότερα ως προπονητές δεν με βοήθησαν. Με… πάρκαραν, θα λέγαμε, δεν με βοήθησαν καθόλου. Η επόμενη χρονιά ήταν πολύ δύσκολη για την ΑΕΛ, δεν υπήρχε κανείς, είχαν έρθει προπονητές το δίδυμο Βλαχούλης-Αργυρούλης και ο Βαγγέλης δεν υπήρχε πουθενά στον χάρτη. Τη μία έπαιζε δεξιά, την άλλη οπουδήποτε, την άλλη στον πάγκο ή εκτός αποστολής. Είχαν κάνει τότε ένα παιδομάζωμα από τις γύρω συνοικίες για να μαζέψουν Λαρισαίους. Εγώ ξαφνικά βρέθηκα να μην υπολογίζομαι, αλλά είχα όλη αυτήν τη παιδεία στο κομμάτι του αθλητισμού και του ανταγωνισμού. Όταν έπαιζαν δίτερμα ήμουν εκτός 22άδας και πήγαινα σ’ ένα άλλο γήπεδο με τον Αλεξούλη, ο οποίος βοηθούσε στην εξέλιξη των παικτών που δεν αγωνίζονταν. Αυτοί που δεν χωρούσαν στο ρόστερ έκαναν προπόνηση μόνοι τους σ’ ένα άλλο γήπεδο πίσω από το Αλκαζάρ.

Ο Γιάννης ήθελε να με κάνει αμυντικό χαφ. Ήταν κι ο ίδιος αμυντικός χαφ. Μπήκα σε μια διαδικασία να αλλάξω τα χαρακτηριστικά μου, προσπαθούσα να μάθω πλέον το αμυντικό κομμάτι. Κάναμε προπόνηση ένας εναντίον ενός, μάθαμε το πώς πρέπει να τοποθετώ το κορμί μου, να μαρκάρω.

Ο Γιάννης ήταν κι ένας σκληροτράχηλος αμυντικός χαφ. Όλο αυτό θεωρώ ότι με έκανε καλύτερο, ήξερα ότι κανείς δεν θα μου χαρίσει ποτέ κάτι. Και στην καριέρα μου φάνηκε πως ό,τι κέρδισα, το κέρδισα με το σπαθί μου κάτω από όποιες συνθήκες υπήρχαν. Εκείνη τη χρονιά δούλεψα πάρα μα πάρα πολύ γιατί ένιωσα την αδικία μέσα μου. Όμως, δεν βγήκα και ποτέ να πω σε κάποιον “δεν έπαιξα” ή “αυτός δεν με γουστάρει”. Από μικρό παιδί μέχρι και τώρα είναι αυτό που με ακολουθεί και το πιστεύω: “Εγώ φταίω και κανείς άλλος”. Η ευθύνη ότι δεν έπαιζα ανήκει σε μένα και σε κανέναν άλλον. Εγώ έπρεπε να γίνω καλύτερος κι όταν μου δινόταν η ευκαιρία θα έπρεπε να αποδείξω ότι την αξίζω. Γνώριζα για ποιον λόγο δεν με έβαζαν αλλά για μένα δεν ήταν δικαιολογία. Ελεγα: “Θα είμαι έτοιμος κι όταν μου δοθεί η ευκαιρία θα την αρπάξω”. Τελικά, μου δόθηκε η ευκαιρία γιατί ο Αλεξούλης έγινε προπονητής στην ομάδα τον Νοέμβριο. Πήρα την ευκαιρία μου από έναν άνθρωπο που με πίστευε από μικρό παιδί και έπαιξα λοιπόν ως αμυντικός χαφ.

Αν δεν κάνω λάθος το πρώτο μου ματς είναι αυτό με το Αιγάλεω, αυτή η φωτογραφία πίσω μου με τον Γκέκα είναι απ’ αυτό το ματς αν δεν κάνω λάθος. Γενικά δεν έχω καλή μνήμη. Νικήσαμε ή φέραμε ισοπαλία; Νομίζω ισοπαλία στο Αιγάλεω τότε που έπρεπε να ανέβει κατηγορία. Δεν περνούσαμε από κανέναν. Εκεί ξεκίνησε για μένα το όνειρο, το “κάτι κάνω”. Αρχιζα να παίζω, πολλοί απλήρωτοι παίκτες, Λαρισαίοι με μόνο έναν ξένο μέσα. Το βλέπαμε ρομαντικά τότε, δεν ήταν το οικονομικό. Εκεί μπήκα στον ποδοσφαιρικό χάρτη. Μετά που έφυγε ο Αλεξούλης κι ήρθε ο Ζιώγας θυμάμαι ότι ξαφνικά βρέθηκα εκτός. Στήριξη δεν είχα από κανέναν εκτός από τον Γιάννη, ο οποίος ξαναλέω, δεν μου χάρισε τίποτα. Εγώ προσπάθησα και δικαιώθηκα. Μπήκα μέσα και απέδειξα ότι μπορώ να παίζω».

Με τον Μίμη Τσακμακίδη, που ήταν τότε ο αρχηγός της ομάδας, τι σχέση έχεις;

«Είναι φίλος, αδερφός, ένας άνθρωπος που εμπιστεύομαι και θα τον ακούσω. Είναι από τους ανθρώπους που δεν χρειάζεται να μιλάς πολύ. Είναι από τους ανθρώπους που ξέρεις ότι αν τον πάρεις τηλέφωνο, θα σου πει την αλήθεια. Αυτό που θα σου πει είναι αλήθεια, είναι ντόμπρος. Εχω ζήσει πολλές στιγμές μαζί του στα αποδυτήρια. Εβγαινε μπροστά και σε υπερασπιζόταν. Θυμάμαι ένα περιστατικό που είχε γίνει. Δεν ξέρω αν είχαμε χάσει ή τι ακριβώς είχε συμβεί. Ήταν ένα διάστημα που η ομάδα ήταν παρατημένη και ξαφνικά ανοίγουν οι πόρτες στο Αλκαζάρ και μπαίνουν μέσα οι οπαδοί. Οι περισσότεροι από εμάς ήμασταν 19 χρονών. Ο Μίμης ήταν στα ντουζ και βγαίνει ημίγυμνος με την πετσέτα και τους έκανε επίθεση. “Είναι ντροπή να έρχεστε εδώ μέσα, όταν δεν υπάρχει μία διοίκηση, δεν φταίνε οι παίκτες!”, τους έλεγε. Δεν κατηγορώ αυτούς που ήταν στη διοίκηση γιατί κι αυτοί έκαναν την προσπάθειά τους όπως μπορούσαν».

«Με την Προοδευτική, στη Β’ Εθνική δεν έχασα λεφτά και στην Α’ δεν πήραμε ευρώ!»

Πώς προέκυψε η Προοδευτική;

«Ήταν το σχολείο που λέμε. Αυτά τα δύο χρόνια που έζησα εκεί, ήταν αυτό που ήθελα. Επρεπε να έρθω στην Αθήνα, να μπω μέσα στην πηγή. Όσο κι αν ακούγεται «πολιτικό», αυτή ήταν η πολιτική του ποδοσφαίρου. Όλες οι ομάδες ήταν εκεί, δεν υπήρχε επαρχία. Είχε διαλυθεί. Ιωνικός, Προοδευτική, Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός, ΑΕΚ, Καλλιθέα, Εθνικός Αστέρας… Επρεπε να φτάσεις μέσα στην πηγή.

Με την ΑΕΛ, παίξαμε τελευταία αγωνιστική με την Προοδευτική, τους είχαμε κάνει διπλό την 1η αγωνιστική με Τσακμακίδη και Γκέκα (1-2). Είχα παίξει αμυντικός χαφ και τους είχα κάνει καλή εντύπωση. Τότε, την τελευταία αγωνιστική, είχα παίξει ως τρίτος στόπερ. Θυμάμαι ότι έπαιζε ο Σάββας Παντελίδης στην Προοδευτική – μου μιλούσε την ώρα του αγώνα. Μου έλεγε: “Μπράβο, ξέρεις μπάλα. Πόσων χρονών είσαι;”. Πολύ όμορφα λόγια. Τελείωσε ο αγώνας και λίγες μέρες μετά μίλησα με τον Αλεξούλη και μου είπε ότι θα ψαχτούμε για να δούμε αν μπορείς να φύγεις, να πας αλλού. Η ομάδα είχε πέσει κατηγορία, είχε διαλυθεί. Στην ΑΕΛ δεν είχα πάρει λεφτά αλλά δεν με ένοιαζε κιόλας».

Ποιος σε ήθελε στην Προοδευτική;

«Αν θυμάμαι καλά, ένας άνθρωπος είχε μιλήσει με τον Σούλη Παπαδόπουλο και του είπε ότι ενδιαφερόμαστε για την Προοδευτική.

Ο Σούλης είπε: “Να έρθει ο Βαγγέλης”, είχε συζητηθεί το όνομά μου στο ματς που είχαμε δώσει. Ήταν να γίνουν δοκιμαστικά τη Δευτέρα. Ο Σούλης είχε πει ότι ήξερε ποιος είμαι, αλλά ήθελε τυπικά ένα δοκιμαστικό. Για να μείνω ελεύθερος έπρεπε να κάνω προσφυγή, φυσικά μη διεκδικώντας χρήματα. Απλά κάποιοι “πιστοί” της ΑΕΛ έπρεπε να το παίξουν ότι είναι ΑΕΛ και θεωρούσαν ότι όλοι εμείς οι πιτσιρικάδες που είμαστε Λάρισα και είχαμε όνειρο να παίξουμε για τη ομάδα, έπρεπε να μείνουμε εκεί. Είχαν γράψει ότι εγώ κι ο Φάνης (Γκέκας) διεκδικούσαμε χρήματα. Εμείς το μόνο που θέλαμε ήταν η ελευθερία μας. Τι να διεκδικήσουμε; 1.000 – 1.500 ευρώ; Πήγα, λοιπόν, στα δοκιμαστικά που με φώναξε ο Σούλης, είδα τον Παντελίδη ο οποίος με κοίταξε και μου είπε: “Κάπου σε ξέρω εσένα”. Ο Κουλουχέρης του είπε ότι είμαι το παιδί που έπαιζε στην ΑΕΛ. “Α, εσύ είσαι;”, αναρωτήθηκε ο Σάββας. Επαιξα ένα φιλικό, με έβαλε αμυντικό χαφ και σέντερ φορ. Ήθελε να περάσω απ’ όλες τις θέσεις, γιατί ο Σούλης με είχε για όλες τις θέσεις. Εκλεισα και ξεκίνησα προετοιμασία. Ήταν απίστευτα αυτά τα δύο χρόνια».

Να σταθούμε λίγο στο κομμάτι της Προοδευτικής.

«Αυτή ήταν η καλύτερη φουρνιά της Προοδευτικής. Ανδράλας, Πουλόπουλος, Παντελίδης, Αγγελόπουλος, Ζαΐμι, Τάτσης, Αλ Τζάχερ, Μπαγιαζίντ. Ανεβήκαμε κατηγορία κατευθείαν. Είχε δέσει η ομάδα. Εκείνη τη χρονιά ήμασταν όλοι πληρωμένοι. Θυμάμαι ότι είχα 12.000 ευρώ συμβόλαιο συν βασικό μισθό και τα πήρα όλα τα χρήματα εκείνη τη χρονιά. Στη Β’ Εθνική τα πήραμε όλα και την επόμενη χρονιά στην Α’ Εθνική δεν πήραμε ευρώ! Απίστευτο. Εκείνη τη χρονιά στην Α’ Εθνική είχαμε σωθεί από τον Δεκέμβριο.

Ήταν η καλύτερη χρονιά της Προοδευτικής στην Α’ Εθνική, ήταν η χρονιά που νικήσαμε τον Παναθηναϊκό και πούλησε και παίκτες. Πούλησε εμένα, τον Πάντο, τον Κουλουχέρη, τον Τάτση, ο Ανδράλας πήγε στον ΠΑΟΚ… Εγώ για να φύγω από την Προοδευτική έκανα προσφυγή για να διεκδικήσω την ελευθερία μου. Εγώ δεν χάλασα τη μεταγραφή μου στην ΑΕΚ».

Λένε ότι δεν έφταιγε για την κατάσταση αυτή τόσο ο Καρράς, όσο περισσότερο οι άνθρωποι που είχε γύρω του.

«Δεν ξέρω… Κοιτάξτε, δεν θα σας πω ψέματα, αλλά έχει να κάνει το πώς το έβλεπε ο καθένας.

Για μένα το οικονομικό δεν είχε τόση σημασία όσο το να εξελιχθώ. Φυσικά και ήταν θέμα βιοποριστικό γιατί είχαμε φτάσει στο σημείο να μετράμε με τα παιδιά το πόσα χρήματα έχουμε όλοι μαζί… Αν ο ένας είχε 10 ευρώ τη μία μέρα κι ο άλλος δεν είχε, πηγαίναμε στο γυράδικο στη γωνία στον Παναγιώτη να φάμε γύρο. Μας έκανε και τις καλύτερες τιμές. Ταπεράκια από τη μαμά, που μου έφερνε όταν ερχόταν να με δει. Οπότε το πρόγραμμα είχε ένα γεύμα σπίτι, ένα έξω. Και υπήρχε αυτό το οικογενειακό. Πηγαίναμε στην Πλατεία Ελευθερίας, ξέραμε ότι θα πιούμε τον έναν καφέ, τον δεύτερο μπορεί να μας τον κερνούσαν. Είχα βέβαια και βοήθεια από το σπίτι, δεν θα πω ψέματα. Αν δεν είχα να πληρώσω το ενοίκιο ήξερα ότι θα βρεθεί λύση. Ήθελα όμως να περνούσα με τα χρήματα που έπαιρνα. Αν είχα 600 ευρώ ήθελα να τη βγάλω μ’ αυτά. Θα έφτανα στο σημείο να ζητήσω βοήθεια από την οικογένεια μόνο αν υπήρχε μεγάλη ανάγκη».

«Και για κατούρημα να πήγαινε ο παίκτης, πηγαίναμε μαζί του»

Η Προοδευτική ήταν καλό σχολείο και για τους αμυντικούς.

«Τότε παίζαμε το κλασικό 3-5-2 με λίμπερο. Ο Γιάννης (Αγγελόπουλος) ήταν 10 μέτρα πίσω. Εγώ ο Πουλόπουλος κι ο Κουλουχέρης, τρέχαμε πίσω από έναν παίκτη που μας είχαν “βαφτίσει”. Ο καθένας έπαιρνε τον παίκτη του man to man. Είναι αυτό που λέμε: “Για κατούρημα θα πάει; Για κατούρημα θα πας κι εσύ”. Επρόκειτo για μια ομάδα που ήταν πολύ προπονημένη, ο καθένας διάλεγε την τακτική που θα ακολουθήσει. Εμείς την εφαρμόζαμε πιστά. Δεν υπάρχει λάθος και σωστή τακτική. Το απολάμβανα. Αφού αυτό ήθελε ο Σούλης, αυτό θα κάναμε. Ήθελε να διώχναμε τη μπάλα, αυτό θα κάναμε. Θυμάμαι τον αγώνα με τον Παναθηναϊκό, που είχα man to man τον Λυμπερόπουλο. Ήταν η χρονιά που έπαιζε βασικός ο Λυμπερόπουλος και ήταν εκτός ο Κωνσταντίνου. Τον έβαζε 10άρι στο 70′-75′ και έβαζε τον Κωνσταντίνου μπροστά μαζί με τον Ολιζαντέμπε. Απελευθερωνόταν ο Λύμπε και ξαφνικά μετά το 75′ έβαζε γκολ ο Νίκος. Επαιρνε τα ματς, κάθε φορά γινόταν αυτό. Ο Σούλης αυτό το είχε διαβάσει και έλεγε: “Αυτοί δεν περνάνε από δω μέσα”. Ελεγε: “Αφού το κάνουν συνέχεια, μην αγχώνεστε. Εσύ θα πάρεις man to man τον Λυμπερόπουλο. Στο 75′ όταν αυτοί σηκώσουν αλλαγή, εσύ μην αγχωθείς, μένεις στον Λύμπε. Πάει 10άρι ο Λύμπε; Αμυντικό χαφ εσύ πάνω του. Θα βάλω στόπερ εγώ τον Κουμεντάκο”. Σπαρτιάτης. Θυμάμαι στο ματς να σηκώνεται για αλλαγή ο Κωνσταντίνου, 0-0 το ματς. Δεν έχει βάλει ο Σούλης τον Κουμεντάκο, μου φωνάζει “περίμενε”. Πάρε εσύ τον Κωνσταντίνου και τον βάζω εγώ στην επόμενη φάση. Ποιος ξέρει τί άλλαξε στο μυαλό του Σούλη και μου λέει “μείνε”. Μέχρι να μείνω εγώ, με το που αλλάζω και πάω στον Κωνσταντίνου, πρώτη φάση, σπάνε τη μπάλα έξω, ο Λύμπε είναι ελεύθερος, κοφτή… γκολ. 0-1 και μετά έγινε 0-2.

Ο Σούλης είναι απίστευτος και το λέω με καλό τρόπο. Οι συνθήκες που δουλεύαμε τότε, με Βούζα γυμναστή, ήταν τρομερές. Κάναμε κυκλική προπόνηση που τότε δεν ήξερες τί σημαίνει. Εχει εφαρμοστεί τα τελευταία χρόνια. Εγώ είδα τέτοιο πρόγραμμα προπόνησης με τον Κέζο στην ΑΕΚ. Ήμασταν όλοι στα… κόκκινα, πολύ καλή εκγύμναση. Είναι κι αυτό το πάθος που βγάζει η Προοδευτική.

Αν δεν το ζήσεις δεν μπορείς να καταλάβεις! Εγώ αυτό το έζησα για δύο χρόνια, ήταν άλλα παιδιά που το έζησαν για επτά και πλέον χρόνια, ο Καραναστάσης, ο Ανδράλας, ο Πάντος είναι Προοδευτική. Αυτοί ήξεραν την ομάδα από την καλή και την άσχημη, από όλες τις πλευρές. Ήταν κι ο συγχωρεμένος ο Δαδίτσος, ο Γιδάκος… Ήταν σχολείο απ’ όλες τις απόψεις. Ο κόσμος σε λάτρευε γιατί έβλεπε παιδιά που παλεύουν και τρέχουν».

Θυμάσαι κάποια ωραία ιστορία να μας πεις;

«Να σας πω την αλήθεια δεν θυμάμαι πολλά. Εχω κενό μνήμης. Όταν ακούς τον Πάντο να μιμείται τον Σούλη, όπως έκανε στην προπόνηση ή τον συγχωρεμένο τον Αλέφαντο, τι να σας πω εγώ. Θα σας πρότεινα να πάτε στον Τάσο να σας τα πει. Θυμάμαι μια φορά που είχε μαλώσει ο Σούλης με τον Αρχοντούλη. Εκεί ήταν το αποκορύφωμα. Μάλωναν μέσα στα αποδυτήρια, είχαν βάλει στη μέση το κρεβάτι του μασάζ και εμείς καθόμασταν γύρω γύρω και τους κοιτούσαμε. Ο ένας έβριζε τον άλλον, ο ένας να κυνηγάει τον άλλον. Ελεγα από μέσα μου: “Μαλάκα τι ζω”. Είχαμε τρομερές σχέσεις, όμως. Οικογενειακές! Είχα την τύχη να ανέβουμε κατηγορία, να είμαι μέλος στην καλύτερη χρονιά της Προοδευτικής στην Α’ Εθνική, είχαμε κάνει και το διπλό στον Παναθηναϊκό. Ήμασταν ψηλά και από τον Γενάρη και μετά δεν πήραμε πόντο, ήταν λες και κάναμε διακοπές. Είχαμε επαναπαυθεί ότι σωθήκαμε».

Πώς ο… Μόρις τον έστειλε στην ΑΕΚ και όχι στον Παναθηναϊκό

Αν δεν κάνουμε λάθος ήσουν κι ο μοναδικός της Προοδευτικής που δεν πήγες στον Ολυμπιακό αλλά στην ΑΕΚ.

«Υπάρχει ένα σίριαλ. Ο Κουλουχέρης είχε κλείσει στον Παναθηναϊκό, είχε πάρει και χρήματα νομίζω. Είχε δώσει και χρήματα ο Παναθηναϊκός για να αγοράσει τον Θέμη, αλλά εκείνος τη χάλασε τη μεταγραφή γιατί τα είχε βρει με τον Ολυμπιακό. Οι δύο ομάδες τα είχαν βρει μεταξύ τους, αλλά ο Θέμης όχι με τον Παναθηναϊκό. Προφανώς θα έπαιρνε ο ίδιος περισσότερα από τον Ολυμπιακό. Εγώ τους πρώτους έξι μήνες έμπαινα ως αλλαγή στην Α’ Εθνική. Επαιζαν ο Θέμης, με τον Πουλόπουλο και τον Γιάννη (Αγγελόπουλο). Είχε προτεραιότητα αυτός (ο Κουλουχέρης), για να πάρει μεταγραφή. Με το που έφυγε ο Θέμης, έπαιζα εγώ και με τον Παναθηναϊκό είχα κάνει πολύ καλό ματς. Τότε είπαν από τον Παναθηναϊκό, ότι “αφού δεν πήραμε τον Θέμη να πάρουμε τον Βαγγέλη”.

Το τελευταίο εξάμηνο εκείνης της σεζόν με παρακολουθούσε ο Στέλιος Μανωλάς, ο οποίος βρισκόταν στην Ελπίδων.

Με παρακολουθούσε γιατί του είχε μιλήσει για μένα ο συγχωρεμένος ο Δαδίτσος. Είχαμε κάνει ένα φιλικό με τον Φωστήρα και μου λέει ο Μανωλάς: “Να ξέρεις θα σε πάρω, μ’ αρέσεις, θα είσαι στις επόμενες κλήσεις”. Άρχιζα να παίζω και στην Εθνική Ελπίδων και το όνομά μου είχε μπει στο κάδρο των εξελίξιμων παιδιών.

Με παρακολουθούσε κι η ΑΕΚ, το ήξερα αυτό. Ξαφνικά, όμως, μαθαίνω ότι με έχει κλείσει ο Παναθηναϊκός, χωρίς εγώ να γνωρίζω κάτι! Μέσω κάποιων ανθρώπων έμαθα ότι ο Παναθηναϊκός, ναι μεν με έχει κλείσει αλλά θα με έδινε δανεικό για να πάρουν τον Νασίφ Μόρις από τον Άρη. Τον πήραν τον Μόρις και εμένα θα με έδιναν δανεικό στον Άρη. Για ποιο λόγο να πάω στον Άρη; Θα μπορούσα να πάω και μόνος μου; Γιατί να πάω μέσω Παναθηναϊκού; Εκανα τα πάντα για να πάω στην ΑΕΚ. Το θεωρούσα και πιο εύκολο για μένα να παίξω.

Στην ΑΕΚ υπήρχαν οι Καψής, Κρέεκ… Έβλεπα ότι ο Μιχάλης τραυματίζεται πιο συχνά και έλεγα ότι εκεί θα έπαιρνα περισσότερες ευκαιρίες. Εκανα τέτοιες σκέψεις στο μυαλό μου. Μου άρεσαν και τα χρώματα το κίτρινο και το μαύρο. Θυμόμουν και την ωραία εμφάνιση της ΑΕΚ με τον δικέφαλο, η πιο ωραία εμφάνιση που είχε. Θυμάμαι τον Μπατίστα που έπαιζε μπροστά. Τέτοιες εικόνες είχα από παιδί».

Ήσουν ΑΕΚ;

«Όχι, καμία σχέση. Ενα παιδί που μεγάλωσε στη Λάρισα δεν γινόταν να μην είναι ΑΕΛ. Επομένως τα βρήκα με την ΑΕΚ, συμφωνήθηκε να δοθούν χρήματα στην Προοδευτική, έκανα προσφυγή για την ελευθερία μου, δίνοντας χρήματα στην ομάδα».

Πόσο κόστισε η μεταγραφή σου;

«Αν θυμάμαι καλά 250.000 ευρώ. Ετσι μας είχαν πει τότε».

«Και μόνο που έβλεπες τον Μπάγεβιτς, τον φοβόσουν»  

Επαιξε ρόλο στη μεταγραφή σου κι ο Μανωλάς;

«Πάρα πολύ, είχα πάρα πολύ καλή σχέση. Μιλούσα συνέχεια μαζί του, με πίστευε πάρα πολύ. Ήταν ο συνδετικός κρίκος για να πάω. Είχε πει στον Μπάγεβιτς να με παρακολουθήσουν κι αυτός έδωσε το “ΟΚ’. Στην ΑΕΚ ήξερα ότι με ήθελε κι ο προπονητής, στον Παναθηναϊκό απλά είχαν συμφωνήσει οι ομάδες. Και με ήθελε ο Ντούσαν Μπάγεβιτς όχι κάποιος άλλος.

Για μένα ήταν ευκαιρία ζωής, ήταν αυτό που ήθελα και χάρηκα πολύ όταν έγινε η μεταγραφή».

Όταν πήγες στην ΑΕΚ τί θυμάσαι πιο έντονα; Τι σου έλεγαν;

«Και μόνο που έβλεπες τον Μπάγεβιτς, τον φοβόσουν. Από σεβασμό και μόνο, όταν έβλεπες τον “πρίγκιπα” λες “ώπα τι κάνω τώρα εγώ εδώ”. Με τον τρόπο του σου έπαιρνε το 100%, σε απελευθέρωνε, δεν σε άγχωνε. Είχαμε dream team εκείνη τη χρονιά. Εμπαινες στα αποδυτήρια και ούτε καλημέρα δεν έλεγες. Τι καλημέρα να έλεγα δηλαδή; Να έλεγα και να έτρωγα κανένα χαστούκι; Φοβερές προσωπικότητες, φοβερά αποδυτήρια. Όλοι ένας προς έναν».

Ποιον θα χαρακτήριζες ως την πιο εμβληματική προσωπικότητα;

«Δεν μπορώ να επιλέξω. Μπαίνεις μέσα και βλέπεις τον Ζαγοράκη, τον Κασάπη, τον Μπορμπόκη, τον Ίβιτς… Τι να συζητήσουμε! Ποιον να πιάσω και ποιον να αφήσω! Υπήρχε και ο Κατσουράνης. Εβαζε γκολ με ψαλιδάκια!

Τότε 22 ετών για να μπεις και να παίξεις ήσουν όντως νέος, δεν σου έδιναν εύκολα ευκαιρίες. Και φανταστείτε ότι ήταν η χειρότερη χρονιά της ΑΕΚ τότε. Περάσαμε τα προκριματικά του Champions League, έκανα την πρώτη μου συμμετοχή με τη Λα Κορούνια. Είχε χτυπήσει στο 20′ ο Καψής, χάναμε 0-1».

«Με τον Καψή πηγαίναμε για προπόνηση με το μηχανάκι – κάτι που απαγορευόταν»

Όπως το είχες προβλέψει δηλαδή για τον Καψή με το θέμα των τραυματισμών…

«Στατιστικά το είχα δει. Ο Μιχάλης εμένα με βοήθησε πάρα πολύ. Παίρναμε το μηχανάκι και πηγαίναμε για προπόνηση. Απαγορευόταν να πηγαίνουμε με το μηχανάκι για προπόνηση και το αφήναμε 50 μέτρα πιο κάτω. Να οδηγάς μηχανάκι απαγορευόταν. Φεύγαμε μαζί από τη Νίκαια και πηγαίναμε μαζί στην προπόνηση. Ο Μιχάλης έμενε στο Κερατσίνι. Με παίρνει λοιπόν αγκαλιά ο Μπάγεβιτς και μου λέει “ήρεμα, μπαίνεις μέσα”. Παίζαμε τότε στη Λεωφόρο στο Champions League. Ήμασταν στον ίδιο όμιλο με Αϊντχόφεν και Μονακό επίσης. Έλεγαν όλοι ότι θα περνούσαμε εύκολα τον όμιλο και οι δύο από τρεις ομάδες έφτασαν στα ημιτελικά. Είχαν παίξει στους “4” Λα Κορούνια και Μονακό.

Είχα κάνει πολύ καλή εμφάνιση κόντρα στη Λα Κορούνια και μιλούσαν για εμένα. Καμιά φορά υπάρχουν στιγμές που σε σημαδεύουν. Στην πρώτη φάση γίνεται σέντρα, πάω να πηδήξω για κεφαλιά, δεν τη φτάνω στο δεύτερο δοκάρι και όπως δεν τη φτάνω, χτυπάει στο χέρι. Δεν δίνει πέναλτι που θα μπορούσε άνετα να δώσει. Ειδικά στη σημερινή εποχή θα το έδινε. Μόλις η μπάλα βρήκε στο χέρι λέω μέσα μου “αυτό ήταν, καταστράφηκα, τελείωσα. Με το που μπήκα, πρώτη φάση και κάνω χέρι”. Στη συνέχεια, από τη στιγμή που δεν δόθηκε πέναλτι, έκανα φοβερό παιχνίδι. Εκεί πήρα τα πάνω μου και έπαιξα βασικός στη συνέχεια της σεζόν».

Ένιωσες ποτέ να ξεφεύγεις; Να καβαλάς το καλάμι…

«Όχι. Ήμουν ντροπαλός, κλειστός. Όταν περπατούσα θα με έβλεπες να κοιτάζω κάτω. Δεν μπορούσα να το διαχειριστώ εύκολα. Ξαφνικά είχα γίνει γνωστός, έγραφαν για εμένα οι εφημερίδες. Ήταν τότε η εποχή που έπαιρνες… 50 εφημερίδες για να δεις αν έπαιξες καλά ή όχι. Σε έβαζαν σ’ αυτό το τριπάκι. Δύσκολο, αυτό με έκλεισε ακόμη περισσότερο στον εαυτό μου. Έτσι όπως μεγάλωσα, πιστός στο να κάνω καλή ζωή, να είμαι επαγγελματίας, δεν το άλλαξα ποτέ. Ήμουν της οικογένειας. Από 20 ετών είμαι με τη νυν σύζυγό μου. Από πριν φύγω από τη Λάρισα δηλαδή. Πήγαινα, δούλευα, επέστρεφα στο σπίτι. Έκανα ασφαλώς και παρέα με τα παιδιά.. Βγαίναμε έξω για φαγητό. Ποτέ δεν μου άρεσε η showbiz, ποτέ δεν την είδα ‘κάποιος’. Δεν πήγαινα σε γνωστά μαγαζιά. Ακόμα στην Προοδευτική όταν ήμουν και έβγαιναν οι άλλοι στα μπουζούκια, εγώ περίμενα να νικήσουμε και να πάμε όλοι μαζί μετά το ματς. Δεν έμπαινα στη διαδικασία να πάω καθημερινή. Έκανα παρέα με τον Καραναστάση, τον Τάτση και άλλους. Αυτοί κανόνιζαν να βγουν, εγώ θα πήγαινα σπίτι. Πάντοτε κράτησα αυτό το προφίλ, αλλά αυτό μπορεί ο άλλος να το εκλάμβανε αλλιώς και να θεωρούσε ότι είμαι ‘κάποιος’. Αυτό ήταν η άμυνά μου. Όταν ξαφνικά ήμουν σε ένα μαγαζί και με κοιτούσαν όλοι λέγοντας “α ο Μόρας της ΑΕΚ”. Αν γελούσα θα σκέφτονταν γιατί γελάω. Προσπαθούσα να διαχειριστώ τέτοιες καταστάσεις, κάτι που ήταν δύσκολο για εμένα και γινόμουν όλο και πιο κλειστός στον εαυτό μου».

Όταν επέστρεφες στην πόλη σου μετά την ΑΕΚ, όταν πια σε ήξερε όλη η Ελλάδα, έβλεπες να έχει αλλάξει η συμπεριφορά από τους συντοπίτες σου;

«Ξαφνικά γίνονται όλοι φίλοι σου, αλλά γενικά δεν ήμουν εύκολο άτομο για να με προσεγγίσει ο άλλος. Το να μη μιλάω, να μην κοιτάζω και το να μην έρχομαι σε επαφή με τον άλλο, αυτή η άμυνά μου, έβγαινε προς τα έξω πως δεν ήμουν προσιτός. Πολλοί μου το έλεγαν. Ποτέ δεν ήμουν σνομπ. Χαίρομαι που όταν βγήκα έξω (στο εξωτερικό) απελευθερώθηκα».

«Εσπαγαν αυτοκίνητα, χτύπησαν τον Κασάπη, ο Τσιάρτας ήταν κρυμμένος»  

Ποια ήταν η πιο «δυνατή» σου στιγμή στην ΑΕΚ;

«Η πρώτη μου χρονιά, άσχετα αν ήταν κακή για την ομάδα. Οταν έγιναν επεισόδια, ήρθαν στην προπόνηση και έσπασαν τα αυτοκίνητα. Έζησα τέτοιες καταστάσεις, αλλά όσο να ‘ναι εγώ ήμουν προστατευμένος».

Είχαν χτυπήσει και παίκτες;

«Ναι, τους είχαν χτυπήσει. Τον Κασάπη… Έψαχναν τον Τσιάρτα που ήταν μέσα κρυμμένος. Το να βλέπεις 50-100 άτομα να μπαίνουν στην προπόνηση και να πέφτει ξύλο… Εγώ ήμουν νέο παιδί, προστατευόμενος. Εν τω μεταξύ είχα μόλις αγοράσει αυτοκίνητο, ένα Alfa Romeo. Το GT, μόλις είχε βγει. Είδα ότι είχαν σπάσει τον καθρέφτη. Κάθισα δίπλα στο αυτοκίνητο και τους έλεγα: “Σας παρακαλώ μην το σπάσετε”. Είχα τρομάξει. Είχαμε συνεργασία με τη FIAT και τα FIAT Stilo από 1,70 μ. έγιναν ένα μέτρο. Τα είχαν σπάσει όλα. Τι να πω;».

Πώς ένιωσες με όλο αυτό που είχε συμβεί;

«Είχα τρομάξει, δεν θα σας πω ψέματα. Είχαν σπάσει τα πάντα. Δυστυχώς τέτοια γεγονότα μπορεί να γίνονται και σήμερα και ίσως και χειρότερα. Αυτό είναι το άσχημο. Ναι μεν γίνονταν τότε, όπως γίνονταν παντού, σε όλο τον κόσμο, αλλά είναι καιρός να αλλάξει κι εμείς δεν αλλάξαμε».

«Λατρεύω τον Σάντος, αλλά ένιωσα χάλια»  

Η χειρότερη στιγμή σου στην ΑΕΚ ποια ήταν;

«Επί Σάντος. Όχι ακριβώς η χειρότερη. Η χειρότερη θα έλεγα πως ήταν με τον Φερέρ, ο οποίος με τελείωσε και δεν κατάλαβα ποτέ τον λόγο. Με τον Σάντος ένιωσα πολύ χάλια. Θα σας το εξηγήσω. Εγώ ως άνθρωπος προσπαθώ να παίρνω το καλύτερο ακόμα κι απ’ το άσχημο. Θεωρώ ότι πρέπει να το πάρω και ότι για κάποιο λόγο γίνεται. Η συμπεριφορά του Σάντος απέναντί μου ήταν πολύ κακή.

Τον λατρεύω σαν προπονητή. Και ως άνθρωπο. Με έκανε πολύ καλύτερο ποδοσφαιριστή. Καλύτερο στον τρόπο σκέψης. Δουλευταράς, πολύ προπόνηση. Γύρισα για τη δεύτερή μου χρονιά μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ενσωματώθηκα λοιπόν στην προετοιμασία πιο αργά. Τραυματίστηκα εν τω μεταξύ, αλλά δεν ήταν αυτό το θέμα. Για έξι μήνες έβλεπα πάγκο – κερκίδα. “Ρε πο@@@η” λέω, “τι γίνεται; Πέρυσι έπαιζα βασικός. Τι γίνεται και δεν με βλέπει;”. Ένας άνθρωπος που δεν μπορείς να τον πλησιάσεις εύκολα. Τι να πήγαινα να του πω; Γιατί δεν με βάζει; Κάποια στιγμή με φώναξε και μου είπε: “Αν δεν αλλάξεις τον τρόπο προπόνησης, από το πρώτο λεπτό μέχρι το τελευταίο, θα συνεχίσεις να είσαι έτσι”. Και σκέφτομαι εγώ: “Τι μου λέει τώρα ρε γαμ@@ο; Αφού κάνω καλή προπόνηση”. Αυτός ξέρετε τι ήθελε; Ακόμα και το ζέσταμα να το κάνω στο 200%. Σαν να έχεις μπει στον αγώνα. Ακόμα όμως κι όταν το άλλαξα, δεν έπαιξα αμέσως. Με έψηνε, με έψηνε και ξαφνικά ήρθε η στιγμή που με έβαλε κόντρα στον ΠΑΟΚ και νικήσαμε 0-2 ή 1-2, δεν θυμάμαι. Είχα κάνει καλό παιχνίδι. Έπαιξα όλο το υπόλοιπο μισό με τον Μπρούνο Άλβες.

Κάναμε φοβερή χρονιά. Αυτό δεν ήταν τίποτα. Ήταν ένα ψήσιμο. Με έβαλε στη διαδικασία να αλλάξω τρόπο προπόνησης, να δουλεύω συνέχεια. Υπήρχαν στιγμές επί Σάντος που βούλωναν και βούιζαν τα αυτιά από την προπόνηση. Λέγαμε “πού ανεβήκαμε, στο υψόμετρο;”. Πέφταμε κάτω! Την επομένη είχε έρθει ο Δέλλας και ήμουν εγώ, ο Μπρούνο και ο Αλεξόπουλος. Στην προετοιμασία ο Κατσουράνης είχε πρόβλημα στο γόνατο και κατά τη διάρκειά της έπαιζα εγώ αμυντικός χαφ. Όπου υπήρχε κενό έμπαινε ο Βαγγέλης. Αμυντικός χαφ; Αμυντικός χαφ. Δεξιός μπακ; Δεξιός μπακ. Ήξερε ότι θα του έδινα αυτό που ήθελε. Επειδή με έβαζε αμυντικό χαφ μέχρι να γυρίσει ο Κώστας για να καλύψει το κενό, στην άμυνα έπαιζαν ο Αλεξόπουλος με τον Άλβες. Όταν επέστρεψε από τον τραυματισμό του ο Κώστας, εγώ ήμουν στον πάγκο και περίμενα τη σειρά μου. Η ομάδα πήγαινε καλά, δεν έχανε. Ο Αλεξόπουλος πήγαινε καλά, ο Άλβες, το ίδιο και η αμυντική γραμμή. Για έξι μήνες μπορεί να έμπαινα λίγο ως αλλαγή. Κάποια στιγμή τρελάθηκα. Έλεγα πως είμαι 24 ετών και πρέπει να φύγω, να πάω κάπου να παίξω. Δεν σκεφτόμουν ότι ήμουν στην ΑΕΚ, απλά ήθελα να παίζω, όχι να κάθομαι. Μπαίνω στο γραφείο του και του λέω “κόουτς θέλω να μιλήσουμε”. Μου λέει “έλα, ό,τι θέλεις”. Και του λέω: “Θέλω να φύγω”».

Παρότι μας είπες ότι δεν ήταν εύκολα προσβάσιμος…

«Ναι. Ξέρετε τι; Ναι μεν έλεγα πριν ότι έβλεπες τον Μπάγεβιτς και μιλούσες για τρόμο, αλλά η επαφή που είχα με τον Σάντος ήταν διαφορετική. Για παράδειγμα γινόταν μια φάση και όπως τη ζούσαμε, ερχόταν από την πλευρά του, ερχόταν σε εμένα και καθόμασταν να συζητήσουμε τι είχε γίνει στη φάση. Λες και ήμουν βοηθός του. Μου έλεγε “πήγαινε μέσα και πες του να κάνει αυτό, δώσ’ του οδηγίες”. Πήγαινα εγώ και το έκανα. Φανταστείτε δηλαδή ότι δεν πήγαινε στον βοηθό του, αλλά ερχόταν σ’ εμένα. Και σκεφτόμουν εγώ: “Τι να κάνω ρε γαμ@@ο; Τι σχέση έχω με αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί το κάνει αυτό; Για να δικαιολογηθεί επειδή δεν με βάζει;”. Τέτοια σενάρια έπλαθα στο μυαλό μου. Όχι όμως. Αυτός είναι Φερνάντο Σάντος. Είχα αυτή τη σχέση, γι’ αυτό και πήγα να του μιλήσω. Τον ένιωθα σαν πατέρα μου. Με έκανε καλύτερο άνθρωπο, άσχετα αν θεωρώ ότι με αδίκησε ή με αδικούσε εκείνη τη στιγμή».

Και τι σου απάντησε ο Σάντος:

«Μου λέει “δεν σε αφήνω να φύγεις. Και να φύγεις, να πας στον ΠΑΟΚ να παίξεις… Και; Αυτό είναι το θέμα;”».

Γιατί σου μίλησε για τον ΠΑΟΚ; Υπήρχε ενδιαφέρον;

«Δεν ξέρω γιατί μου τον ανέφερε. Ετσι είπε όμως».

Και πώς ολοκληρώθηκε η κουβέντα σας;

«Μου είπε: “Όχι, θα μείνεις εδώ. Είσαι σημαντικός για εμένα. Πιστεύω ότι θα σου δοθεί η ευκαιρία, μην αγχώνεσαι”. Έμεινα λοιπόν και η αλήθεια είναι ότι γούσταρα να μείνω. Ήταν η τρίτη μου χρονιά στην ΑΕΚ και ένιωθα σημαντικός για την ομάδα. Ήταν η χρονιά που είχε έρθει ο Ντέμης. Με έβαλε στην Ξάνθη, αμυντικό χαφ. Όλα τα ματς του Κυπέλλου τα έπαιζα εγώ και ο Τράι.

Δεν παίζαμε στο πρωτάθλημα και επειδή η ομάδα πήγαινε καλά, αγωνιζόμασταν αναγκαστικά στο Κύπελλο. Είχε πει και στον Τράι ότι αν φτάναμε στον τελικό του Κυπέλλου θα έπαιζε αυτός κι εγώ. Ότι εμείς θα είχαμε φτάσει εκεί την ομάδα και πως θα παίζαμε εμείς. Προς τα τελευταία ματς του πρωταθλήματα βέβαια έπαιζα. Εγώ με τον Αλεξόπουλο, εγώ με τον Μπρούνο… Φτάσαμε στον τελικό του Κυπέλλου, θα παίζαμε με τον Ολυμπιακό στην Κρήτη. Εκεί θεωρώ πως ήταν η χειρότερη στιγμή μου. Έμενε ένα ματς για την ολοκλήρωση του πρωταθλήματος, το οποίο αν κερδίζαμε θα πηγαίναμε στο Champions League. Και είχαμε και τον τελικό του Κυπέλλου. Δύο ματς. Ένιωθα πιο ασφαλής από όλους γιατί έπαιζα, ήμουν σε καλή κατάσταση, ενώ εκείνη την περίοδο επέστρεφαν από τραυματισμό και ο Μπρούνο και ο Τράι. Ξέροντας τι είχε πει ο Σάντος, το θεωρούσα σίγουρο ότι θα έπαιζα στον τελικό του Κυπέλλου. Πίστευα όμως ότι θα έβαζε εμένα και τον Αλεξόπουλο, γιατί οι άλλοι δύο προέρχονταν από τραυματισμό. Θεωρούσα πως ό,τι κι αν γίνει θα είμαι ο μόνος σίγουρος. Μας φώναξε στο γραφείο του, δυάδες. Πάει ο Τράι με τον Μπρούνο στην αρχή. Θυμάμαι ήμουν εγώ σε ένα δωμάτιο, μαζί με τον Κυριακίδη, τον Κατσούρ και τον Λύμπε. Έρχεται πίσω ο Τράι και δεν λέει τίποτα. Φεύγω εγώ με τον Αλεξόπουλο να πάμε στο γραφείο του Σάντος. Μας έχει απέναντί του και μας λέει: “Έχουμε δύο σημαντικά ματς, τα πιο σημαντικά της σεζόν. Έχω τέσσερις αμυντικούς που είναι ισάξιοι”. Πράγματι αυτό μας είχε δείξει, τον πίστευα σ’ αυτό που έλεγε. Και μας λέει: “Αποφάσισα να παίξει ο Δέλλας με τον Τσιρίλο στον τελικό”. Τρώω εγώ το πρώτο χαστούκι. Δεν είχα ξαναπαίξει σε τελικό. Δεν θα πω πως ήταν όνειρο, αλλά το άξιζα να παίξω. Ήμουν σε καλύτερη κατάσταση. Ένιωσα πολύ αδικημένος.

“Πήρα αυτή την απόφαση και δυστυχώς έχω και κάτι άλλο να κάνω: Επειδή δεν μπορώ να έχω δύο αμυντικούς στην αποστολή, μοιράζω τις θέσεις κι ένας στόπερ πρέπει να μείνει έξω. Και έξω θα μείνει ο Βαγγέλης”. Εκεί έφαγα το δεύτερο χαστούκι. Και λέω “εκεί που ήταν να παίξω βασικός ξαφνικά βρέθηκα εκτός αποστολής χωρίς κανέναν λόγο και γιατί εμένα”; Δεν είπα τίποτα, δεν ήξερα τι να πω. Αν έπρεπε να βρίσω, αν έπρεπε να αντιδράσω. Μουρλάθηκα. Ο Αλεξόπουλος είπε: “Κόουτς άσε εμένα έξω”. Ο Γιώργος είχε θέμα με τους προσαγωγούς και για να ετοιμαστεί σ’ έναν αγώνα έκανε μία ώρα ζέσταμα. Είπε του Σάντος: “Εγω, ρε κόουτς πώς θα μπω; Αν μου πεις να μπω αλλαγή, θέλω πέντε ώρες ζέσταμα. Σε παρακαλώ πάρε τον Βαγγέλη, ο Βαγγέλης μπορεί να παίξει”. Ήξερε ότι εγώ είμαι σε καλή κατάσταση, ο Γιώργος είναι απίστευτος, έχω πολύ καλή σχέση. Με λάτρευε. Ο Σάντος απάντησε αρνητικά, είπε: “Εχω πάρει την απόφασή μου”. Απογοητεύτηκα, έσβησα. Εκεί ήταν το απόλυτο κενό. Άδειασα. Στεναχωρήθηκα πάρα πολύ. Μπορεί και να τον μίσησα εκείνη τη στιγμή. Για ποιον λόγο να μου το κάνεις σ’ εμένα αυτό, που έχω περάσει και τόσα μαζί σου; Που σου έχω αποδείξει ότι μπορώ, που άλλος θα μπορούσε να τα έχει παρατήσει και να έχει σηκωθεί να φύγει. Είχα πολύ καλή σχέση μαζί του αλλά τότε κατάλαβα ότι έδωσε προτεραιότητα σε κάποια άλλα. Ξέχασα να σας πω πως μας είχε δηλώσει ότι θα φύγει μετά τα δύο ματς με Ολυμπιακό και Ξάνθη. Ενιωσα πολύ άσχημα και δεν ξαναήρθαμε σε επαφή. Θεωρώ ότι αδικήθηκα πάρα πολύ και γι’ αυτό θεωρώ ότι υπήρξε συνέχεια με τον Φερνάντο, που με πήρε στο Μουντιάλ ενώ δεν με έπαιρνε γενικά στην Εθνική. Μόλις βγήκα από το meeting με πήρε τηλέφωνο ο Ντέμης, ο οποίος ήταν πρόεδρος τότε και μου λέει: “Ηρέμησε, ξέρω ότι είναι αδικία αυτό που έγινε, εγώ σε πιστεύω, θα έρθει η ανανέωση”. Και μετά πάμε στα επόμενα που ήρθαν με τον Φερέρ».

«Δικτάτορας ο Φερέρ, ως άνθρωπος ο χειρότερος που έζησα προπονητικά»

Για πες μας για τον Φερέρ.

«Ένας δικτάτορας κανονικός! Δεν ξέρω αν πρέπει να πω ότι ήταν κακός άνθρωπος, αλλά η ηγεσία που είχε προπονητικά ήταν δικτατορική».

Ήταν έτσι κι οι συνεργάτες του;

«Όχι, ο συνεργάτης του ήταν ο Σεγούρα.

Φοβερός, καμία σχέση. Ηταν δίπλα στους προπονητές, μας έκανε να εξελιχθούμε, προπόνηση φουλ. Και με τον Φερέρ δεν είχα θέμα σχετικά με το πώς παίζαμε, ήταν ο μόνος που εφάρμοσε το ροτέισον, όλοι είχαμε συμμετοχές. Όμως, δεν μου φέρθηκε καθόλου καλά. Έδωσε προτεραιότητα σε άλλους ποδοσφαιριστές, στους πιο νέους, όπως στον Σωκράτη. Ενώ εγώ έπαιζα καλά, ξαφνικά με πετούσε έξω. Θυμάμαι περιστατικό που ήμασταν στην προετοιμασία τις πρώτες μέρες που είχε έρθει. Ήμασταν όλοι μαζί και τρώγαμε. Ερχόταν πάνω από το φαγητό σου και κοιτούσε πόση φέτα έβαλες. Μας έλεγε “Γιατί έβαλες τόση φέτα στα μακαρόνια, σε παρακαλώ βγάλ’τη”. Με ύφος! Μια άλλη στιγμή, παίρνω τον καφέ μου, φτιάχνω τον καπουτσίνο, σηκώνομαι και φεύγω. Με είδε που πήρα τον καφέ και φεύγω για το δωμάτιό μου για να ξεκουραστώ. Με φωνάζει και μου λέει: “Έλα εδώ, που πας;”. Του απαντάω “στο δωμάτιο”. Και μου λέει: “Και πού πας με τον καφέ, γιατί παίρνεις μαζί σου καφέ και δεν κάθεσαι εδώ να τον πιεις”; Εγώ κόλλησα, του λέω: “Είναι συνήθειο, ελληνική κουλτούρα”. Τι να του απαντούσα; Γιατί παίρνω τον καφέ πάνω; “Όχι θα κάτσεις εδώ να πιεις τον καφέ, θα τον πίνετε εδώ τον καφέ”. Δεν θυμάμαι αν τον άφησα ή αν τον πήρα μαζί μου. Ανέβηκα πάνω, βρίσκω τον Τραϊανό και του λέω: “Ρε Τράι, τι γίνεται εδώ; Πηγαίνετε να του μιλήσετε, δεν μας αφήνει να πίνουμε καφέ”; Θα έπρεπε κι αυτός να καταλάβει ότι είναι στην κουλτούρα μας, δεν είμαστε Ιταλοί να πίνουμε σφηνάκι τον καφέ στο όρθιο.

Πιστεύω ότι πρέπει να πήγαν και να του μίλησαν, ότι κάποια πράγματα είναι δικές μου συνήθειες. Θέλω να σας πω ότι ήταν ένας άνθρωπος που ασχολούνταν με όλα. Δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω. Γιατί το ένα, γιατί το άλλο; Σ’ ένα ματς χάνω τον παίκτη, μου κάνουν σκριν, φεύγει ο παίκτης, πετάγεται στο πρώτο δοκάρι και κάνει γκολ. Μπαίνει μέσα στα αποδυτήρια, έρχεται face to face μπροστά μου όπως ήμουν σκυμμένος και μου κάνει μία προσωπική επίθεση: “Καλά δεν ντρέπεσαι; Είσαι απαράδεκτος”. Δεν θυμάμαι τι άλλο μου είπε. Εκείνη τη στιγμή έκλαιγα από τα νεύρα μου, είχα αφηνιάσει. Κρατιόμουν τόσο πολύ μέσα μου για να μην κάνω κάτι άλλο. Πίσω του ήταν ο Μπρούνο Τσιρίλο. Με έβλεπε και μου έκανε νόημα να μην αντιδράσω. Ήμουν έτοιμος να τον χτυπήσω εκείνη τη στιγμή. Ήταν τόσο κακή η επίθεση που δεν μπορούσα να φανταστώ το λόγο για τον οποίο μου την έκανε. Στο ημίχρονο. Θα μπορούσε να μου την κάνει στο τέλος του ματς ή την άλλη μέρα στην ανάλυση. Φανταστείτε τη ψυχολογία μου να μπω να παίξω τα άλλα 45 λεπτά. Πιστεύω ότι όλοι θα ήθελαν να τον χτυπήσουν εκείνη τη στιγμή. Ο Τσιρίλο μου έκανε “όχι, όχι!”. Συγκρατήθηκα και βγήκα να παίξω. Είναι μία εικόνα που την έχω μπροστά μου. Θυμάμαι άλλη φορά να γράφουν οι δημοσιογράφοι “για ποιο λόγο μένει έξω από τη στιγμή που πάει καλά”. Αυτό όμως δεν μου λέει κάτι. Ήθελε να προωθήσει τον Σωκράτη που ήταν μικρός και καλά έκανε. Όμως, θα ήταν καλύτερο να ήταν ξεκάθαρος μαζί μου, να με πιάσει και να μου το πει. Θυμάμαι που είχα ξεφύγει σε προπόνηση για πρώτη φορά, ύστερα από ένα ματς που δεν με είχε βάλει. Δεν θυμάμαι σε ποιο ήταν. Με τον Άρη; Με την Καλαμαριά; Που είχαμε νικήσει, θυμάμαι ότι είχε κάνει ένα λάθος ο Σωκράτης. Είχε γυρίσει τη μπάλα πίσω και είχε κολλήσει και στο επόμενο ματς εγώ ήμουν πάλι εκτός αποστολής. Εμένα αυτό με ενοχλούσε. Θα προτιμούσα να έρθει να μου πει: “Δίνω προτεραιότητα εκεί”. Θυμάμαι στην προπόνηση που μου έρχονταν οι μπάλες και εγώ τις πετούσα δεξιά και αριστερά, εγώ που δεν είχα αντιδράσει ποτέ μου!

Με πιάνει τότε και μου λέει: “Γιατί το κάνεις αυτό”; Του απαντώ: “Απλά δεν έχω καταλάβει γιατί μου συμπεριφέρεσαι έτσι και με αδικείς τόσο πολύ”. Το θέμα έληξε εκεί, τελείωσε η χρονιά, έφυγε».

Αυτός μετά δεν σου απάντησε;

«Ξέρετε τι γίνεται; Ο παίκτης δεν περιμένει κάτι από τον προπονητή. Αν δεν είναι αληθινός ο άλλος απέναντί σου, μπορείς να καταλάβεις αν η απάντησή του είναι ψεύτικη ή όχι. Εγώ απλά ήθελα να πω αυτά που ήθελα να πω και δεν περίμενα να ακούσω τίποτα απ’ αυτόν. Ήθελα να νιώσω καλά με μένα. Η αλήθεια είναι ότι ένιωσα άσχημα που το έκανα αυτό στην προπόνηση γιατί δεν έδινα ποτέ δικαίωμα. Να χαλάσω μια προπόνηση γιατί σέβομαι τους συμπαίκτες μου, γιατί τον εαυτό σου δεν μπορείς να τον σεβαστείς με τόσα νεύρα που έχεις».

Θα μπορούσες να πεις ότι ήταν ο χειρότερος προπονητής με τον οποίο συνεργάστηκες;

«Ναι. Πολύ καλός προπονητικά, φοβερός στην επιθετική τακτική. Γνώστης, δεν είναι τυχαίος. Αλλά ως άνθρωπος ήταν ό,τι χειρότερο έζησα προπονητικά. Τον Σάντος από τον οποίο νιώθω αδικημένος, τον λατρεύω».

«Είχαν μπλέξει εμένα και τον Χιώτη σε μια κλίκα που δεν υπήρχε»  

Με τον Ντέμη τί έγινε μετά;

«Τίποτα, πήγα στο γραφείο του και μου είπε ότι δεν μπορούμε να ανανεώσουμε τη συνεργασία μας.

Είχα πάει μαζί με τον Χιώτη. Μας είχαν μπλέξει σε μια κόντρα. Ποτέ δεν ασχολήθηκα με τα αποδυτήρια, ήμουν ένας πιστός εργάτης και μόνο αυτό με απασχολούσε. Δεν ήθελα να δώσω δικαίωμα σε κανέναν. Κι αυτό που μου είπε ο Ντέμης δεν μου άρεσε».

Τι εννοείς ότι σε είχαν μπλέξει σε μια κόντρα;

«Ότι ήμουν σε μια κλίκα στα αποδυτήρια, έλεγαν ότι υπήρχε μια κλίκα με τον Λύμπε, τον Κατσούρ και κάποιους άλλους. Ότι εγώ ήμουν με την πλευρά του Διονύση. Δεν υπήρχε όμως τίποτα απ’ όλα αυτά. Εκανα πολλή παρέα με τον Διονύση και με τον Κόντη αλλά μέσα στα αποδυτήρια όταν ήμουν, ήμουν και με τον Λύμπε και με τον Κατσούρ. Είχα πολύ καλή σχέση με όλους. Η κλίκα θεωρητικά προσπαθεί να περάσει κάτι για να κάνει κουμάντο, αλλά αυτό δεν υπήρχε καθόλου στην ΑΕΚ από καμία πλευρά. Εγώ τον Λύμπε, τον Κατσούρ κι όλους αυτούς όχι απλά τους θαύμαζα. Τους ακολουθούσα. Πέρασε ο Ζαγοράκης αρχηγός, ο Κασάπης, ο Λύμπε, ο Κατσούρ. Ανέβαζα φωτογραφίες στo Instagram με όλους αυτούς. Τι να συζητάμε τώρα; Εχω μάθει από τους καλύτερους. Από διαφορετικές προσωπικότητες. Από τον Ζαγόρ μέχρι τον Κατσούρ που σου έβριζε τα πάντα, ό,τι είχε και δεν είχε. Προσπαθούσαν επίσης να τον καταστρέψουν. Ποιον, τον Κατσούρ! Επειδή μιλάει άσχημα στους παίκτες; Σου έβριζε τα πάντα. Του έλεγα: “Κώστα σε παρακαλώ μην πιάνεις τη μάνα μου”. Μου ζητούσε συγγνώμη και συνεχίζαμε. Κάναμε παρέα, πηγαίναμε διακοπές μαζί. Επειδή δεν σου αρέσει στην εικόνα ότι έβριζε; Δεν μας νοιάζει το τι φαίνεται. Εμάς η εικόνα την ώρα που παίζουμε δεν μας απασχολεί. Δεν μπορώ να βλέπω παίκτη να λέει: “Μη φωνάζεις, εμένα γιατί με στοχοποιείς”; Τι λες ρε μαλάκα; Εσένα στοχοποιώ; Εκείνη την ώρα παίζουμε για να νικήσουμε και θα μου πεις πώς θα μιλάμε; Ετσι κι αλλιώς ξέρεις, είμαστε οικογένεια, δεν θα παρεξηγηθεί κανένας. Κι αν παρεξηγηθεί θα το λύσουμε μετά στην προπόνηση. Ποδόσφαιρο παίζουμε. Κάποιος μπορεί να σου βρίσει και τη μάνα σου, αλλά δεν το εννοεί. Είσαι όλη μέρα μαζί του, τι να εννοεί. Απλά ο Κώστας έβριζε περισσότερο απ’ όλους. Τον Κατσούρ τον πετύχαινες να βρίζει μόνος του. Του έλεγες: “Σε ποιον μιλάς”; Και σου έλεγε: “Τίποτα, απλά βρίζω”. Ετσι ήταν ο Κώστας.

Ο Κώστας έδινε και τη ψυχή του για εσένα κι αυτός ο άνθρωπος πήγε να στοχοποιηθεί και στην Εθνική και στην ΑΕΚ. Κατάλαβες; Αλήθεια τώρα; Είναι ντροπή! Και δεν τα λέω αυτά επειδή έκανα παρέα μαζί του. Μετά το ποδόσφαιρο ήρθαμε πιο κοντά. Το πρόβλημα σ’ αυτήν τη χώρα είναι ότι όλοι ξέρουν ποδόσφαιρο και δεν ξέρουμε εμείς… Και ότι γνωρίζουν από αποδυτήρια. Ο Κατσούρ δημιουργούσε πρόβλημα στα αποδυτήρια; Είναι ντροπή να το λες αυτό. Ο Κατσούρ έφτιαχνε αποδυτήρια. Μπορεί να μην είχε τον τρόπο να σου μιλήσει, που δεν ήταν άσχημος ο τρόπος του, σας το ξαναλέω. Εννοείται θα βρίσεις. Τι θα τους πεις; “Σε παρακαλώ τρέξε πιο γρήγορα ή παίξε λίγο πιο δυνατά”; Και σπίτι θα βρίσεις. Αν δεν μπορείς να το αντέξεις αυτό, καλύτερα να σταματήσεις».

«Εφυγα από την ΑΕΚ και άλλαξε η ζωή μου»

Τότε που σου είπε ο Ντέμης να μην ανανεώσετε, τότε ήταν που έφυγες. Σωστά;

«Εφυγα και άλλαξε η ζωή μου. Ψαχνόμουν έτσι κι αλλιώς για το εξωτερικό».

Ποιον μάνατζερ είχες τότε;

«Στην αρχή είχα άλλον μάνατζερ, δεν θυμάμαι ποιον. Ο Πασχάλης ο Παπαδόπουλος με πήγε στην Ιταλία και βρεθήκαμε σε κόντρα μερικά χρόνια μετά. Θεωρώ ότι ο μάνατζερ κοιτάζει τις περισσότερες φορές τον κ@@ο του κι όχι την εξέλιξη του παίκτη. Αυτό είναι που με χαλάει εμένα. Ο Πασχάλης μού βρήκε την Μπολόνια. Πήγα και υπέγραψα».

Πώς θυμάσαι εκείνη την ημέρα;

«Η χειρότερη της ζωής μου. Ήμουν τραυματίας στην ΑΕΚ. Σε μια φάση γλίστρησα και με διέλυσε η μέση μου. Επί τρεις μήνες προσπαθούσα να φτιάξω τη μέση μου και δεν μπορούσα. Πήγα στην Μπολόνια έχοντας πρόβλημα στη μέση και δεν μπορούσα να συνέλθω με τίποτα. Μου το βρήκαν στις εξετάσεις ότι είχα πρόβλημα και εγώ το έπαιξα ότι δεν είχα τίποτα. Όλοι αν κάνουμε εξετάσεις θα βρούμε μια κοίλη στη μέση. Τους είπα: “Είμαι καλά, μην αγχώνεστε”. Τότε εκείνοι μου είπαν ότι θα πρέπει να υπογράψουμε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό βάσει του οποίου αν έμενα πολύ καιρό εκτός, θα έπρεπε να λύσουμε το συμβόλαιο και να φύγω. Και το υπέγραψα. Υπέγραψα τετραετές συμβόλαιο, πήγα στην Αυστρία για να κάνω ειδικό πρόγραμμα. Όταν πήγα στην προετοιμασία, μετά τα πρώτα τεστ με το που κάνω το πρώτο άλμα κάνει η μέση μου “κρακ”. Ξανακάνω κι άλλο άλμα, σφίγγω τα δόντια, έκλαιγα από μέσα μου. Τελειώνουν τα τεστ, γύρισα στο ξενοδοχείο που βρισκόμασταν και λέω στη σύζυγό μου: “Μάζεψε τα πράγματά σου, φεύγουμε. Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο, πονάει πάρα πολύ η μέση μου”. Εκανα τα τεστ και δεν άντεξα. Πήρα τηλέφωνο τον Γιάννη τον Αλεξούλη, του είπα τι συνέβη και ότι φεύγω. Μου είπε: “Δεν πας πουθενά, θα κάτσεις εκεί. Εγώ έπαιζα συνέχεια με πόνους στη μέση, με θλάσεις. Επρεπε να κοπώ, να πέσω κάτω και μετά δεν θα έπαιζα. Θα πρέπει να παίζεις με τον πόνο”. Μου είπε να βάλω ζώνη και να παίζω με τον πόνο. “Δεν φεύγεις από εκεί”, μου είπε. Την επόμενη μέρα, ζώνη, αλοιφές και πήγαινα στην προπόνηση κλαίγοντας μέχρι να συνηθίσει η μέση. Ξαφνικά όσο περνούσε η προετοιμασία ένιωθα καλύτερα. Είχα αρχίσει να συνηθίζω στον πόνο, να αντέχω περισσότερο. Εβγαλα ολόκληρη την προετοιμασία κι άρχισα να παίζω κανονικά μετά. Με μπλόκαρε η μέση μου 1-2 φορές αλλά είχαμε στο ιατρικό τιμ χειροπρακτικούς και δεν έχασα ματς στο τέλος».

«Πρώτο ματς στη Serie A νικήσαμε τη Μίλαν που είχε πάρει το Champions League μέσα στο Σαν Σίρο»

Το πρώτο ματς στη Serie A;

«Είναι με τη Μίλαν, νικήσαμε 1-2. Μιλάμε για τη Μίλαν που είχε πάρει το Champions League».

Πες μας πώς ήταν.

«Τι πώς ήταν ρε παιδιά; Εντάξει, ξαφνικά εγώ στα καλύτερά μου, η ομάδα είχε ανέβει, ήμουν βασικός. Ενιωθα ότι από μένα ξεκινάει η ομάδα πίσω. Ενιωθα ότι είμαι ο καλύτερος παίκτης της ομάδας. Και ηλικιακά και ψυχολογικά ήμουν σε τρομερή κατάσταση. Ήμουν 28-29 χρονών, ήμουν πλήρης. Παίζουμε σε ένα γεμάτο Σαν Σίρο, με την ομάδα που έχει πάρει το Champions League. Αν πάρουμε τον κάθε παίκτη ξεχωριστά, γνωρίζετε καλύτερα το ποιος είναι. Ε, και μπαίνουμε μέσα και νικάμε 2-1 και από τότε δεν ξανανικήσαμε σε ματς. Απίστευτο! Είχα κάνει και ‘γω πολύ καλό παιχνίδι».

Πήρες φανέλα από κάποιον παίκτη της Μίλαν σ’ αυτό το ματς;

«Οχι, δεν με ενδιέφερε. Δεν το έκανα ποτέ αυτό. Μόνο τις χρονιές του Champions League με την Μίλαν. Είχα πάρει του Κέζμαν, του Τριστάν… Κάπου τις έχω. Τώρα με το καινούργιο σπίτι που φτιάχνω θέλω να τις βρω και να τις βάλω κάπου. Εύχομαι να τις βρω και να μην τις έχω δώσει κάπου. Ποτέ δεν ήμουν λάτρης στο να μαζεύω φανέλες. Εχω κρατήσει… Εχω πάρει του Μπουφόν, του Ιμπραΐμοβιτς, έχω πάρει του Λούκα Τόνι, του Ντι Βάιο και έχω και από έναν διαιτητή, του Ριτσόλι. Ετυχε να τον γνωρίζω επειδή είναι από την Μπολόνια».

Για πες μας για όλα αυτά τα «τέρατα» με τα οποία έχεις συνυπάρξει στα γήπεδα.

«Ναι, είναι αυτό το “πισωγύρισμα”, που έλεγαν στην Ελλάδα ότι κάνει ο Μόρας. Ότι τον διώχνει η ΑΕΚ και πάει στην Β’ Ιταλίας. Τι να συγκρίνω; Το ελληνικό πρωτάθλημα; Μόλις ανεβήκαμε στη Serie A κάθε εβδομάδα παίζαμε Champions League. Κάθε εβδομάδα παίζαμε με Λάτσιο, Γιουβέντους, Ίντερ, Μίλαν, Ρόμα, Φιορεντίνα… Σας είπα ήδη 10 ματς κατά τη διάρκεια της σεζόν. Και μπήκα σε μια Serie A που ήταν στα καλύτερά της. Ήταν δύσκολο να μπεις, δύσκολο να παίξεις, δύσκολο να καθιερωθείς. Και έχει αποδειχτεί αν είναι ή όχι δύσκολο να παίξεις εκεί. Πολλοί παίκτες έχουν πάει αλλά το θέμα είναι τι έχεις καταφέρει».

«Ο Ιμπραΐμοβιτς δεν είναι ο πιο δύσκολος επιθετικός που έχω μαρκάρει»

Ποιος είναι ο πιο δύσκολος επιθετικός που έχεις μαρκάρει;

«Αυτή είναι η ερώτηση που γίνεται και περιμένει ο άλλος να ακούσει τον Ιμπραΐμοβιτς, αλλά θα σας πω ότι ήταν ο πιο εύκολος που είχα γιατί σε βοηθάει ο τρόπος παιχνιδιού της ομάδας. Κλεισμένοι όλοι πίσω, τακτική. Δεν μπορούσε να βρει χώρους, οπότε πήγαινε αριστερά-δεξιά. Βέβαια μας έχει βάλει κι αυτό το τακουνάκι. Είχα βάλει εγώ γκολ και μας είχε κάνει αυτό το γκολ, χάσαμε 2-1. Στη σέντρα που έχει γίνει εγώ είμαι στον Αντριάνο και στο πρώτο δοκάρι είναι ο άλλος. Δεν είναι η δυσκολία όμως, που λέμε. Ινζάγκι… Εκεί είναι η δυσκολία, ένας παίκτης που παίζει στο οφσάιντ. Ο Φάνης ο Γκέκας… είναι απίστευτο το πράγμα. Ο “Παπαγιός” που λέμε. Ο Φάνης έπαιζε στο ένα μέτρο οφσάιντ και μέσα στην περιοχή όπου κι αν χτυπούσε η μπάλα ήταν εκεί και την έκανε γκολ. Ετσι κι ο Πίπο (Ινζάγκι) είναι εκεί… Συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια! Ο Κέζμαν; Αυτό που έχω ζήσει με τον Κέζμαν στην Αϊντχόφεν…. Ήταν όλη την ώρα οφσάιντ. Ήταν πίσω μας όλη την ώρα και μόλις γινόταν ο αυτοματισμός έκανε το ‘τακ’ και έμπαινε σε σωστή θέση. Ήσουν όλη την ώρα στην τσίτα. Αυτός είναι ο δύσκολος ο επιθετικός κι όχι αυτός που τον έχεις να κάθεται».

Μπολόνια ή Βερόνα; Μπορείς να ξεχωρίσεις;

«Δεν υπάρχει αυτό… Ξεχωριστές εμπειρίες. Δύο ομάδες που τις λάτρεψα. Αν με ρωτήσεις τι ομάδα είμαι, θα σου πω ΑΕΛ. Ναι, είμαι Προοδευτική, τη λατρεύω την Προοδευτική, είναι η ομάδα που μου έβαλε στον ποδοσφαιρικό χάρτη. Ναι, είμαι ΑΕΚ. Υπάρχει περίπτωση να μην είμαι ΑΕΚ; Τέσσερα χρόνια ήμουν εκεί, όχι ένα. Είχα την τύχη στις περισσότερες ομάδες να είμαι τέσσερα χρόνια. Είμαι Σουόνσι; Ε, δεν είμαι. Είμαι Τσεζένα; Δεν είμαι; Είμαι Μπάρι; Δεν είμαι. Είμαι Βερόνα; Φουλ».

Παναιτωλικός;

«Δεν γίνεται να είμαι».

Δεν πρόλαβες να δεθείς.

«Δεν γίνεται να πω ότι δεν αγάπησα αυτές τις ομάδες, ήταν τέσσερα χρόνια».

Η ομάδα όμως που μέσα σου κάνει το κάτι παραπάνω;

«ΑΕΛ. ΑΕΛ και Βερόνα. Αγωνιστικά η ΑΕΛ δεν μου έδωσε πράγματα, έζησα δύσκολες στιγμές αλλά όχι έντονες, αλλά είναι η ομάδα της καρδιάς μου. Τέλος. Δεν μπορώ να βάλω άλλη καμία πάνω απ’ αυτήν. Μετά την Μπολόνια πίστευα ότι δύσκολα θα δεθώ με άλλη ομάδα τόσο πολύ, γιατί δέθηκα πολύ με τον κόσμο, αλλά με το που ήρθε η Βερόνα και επειδή έτυχε να γίνει αυτό με τον αδερφό μου, όλο το πακέτο έδεσε απίστευτα. Και εννοώ ότι δέθηκα με τον κόσμο και όχι με την διοίκηση. Με καμία διοίκηση δεν είμαι ευχαριστημένος. Αφού δεν μου φέρθηκαν καλά. Και στην Μπολόνια η καινούρια διοίκηση που ήρθε δεν μου φέρθηκε καλά. Όντας από τους αρχηγούς. Πας στην Μπολόνια και είσαι τη δεύτερη χρονιά δεύτερος αρχηγός. Λες: “Κάτσε, τι γίνεται. Περίμενε… Εγώ τώρα από την Ελλάδα είμαι αρχηγός σε ομάδα όπως η Μπολόνια”».

«Στην Ιταλία σε σέβονται. Εδώ σου φωνάζουν: “Βαγγέεεεελ, αυτόγραφο”»

Θυμάσαι κάποιο ιδιαίτερο περιστατικό από την Ιταλία;

«Δεν είναι τα περιστατικά που σου μένουν αλλά οι στιγμές… Οι στιγμές της ανόδου. Ξαφνικά, φεύγεις από την ΑΕΚ, πας σε ομάδα Β’ εθνικής στην Ιταλία, έχεις σε κάθε ματς 20.000 κόσμο, σε περιμένουν μέσα στην πλατεία 30.000 κόσμος για να διασκεδάσεις την άνοδο και λες: “Τι γίνεται ρε παιδιά; Από εκεί που σε έδιωξαν, εδώ είσαι ήρωας”. Με σεβάστηκαν περισσότερο και με έκαναν καλύτερο σαν χαρακτήρα. Εκεί που είχα πιο αμυντική στάση, άρχισα να μιλάω με τον κόσμο και να γίνομαι πιο κοινωνικός. Εβγαινα έξω και έλεγα “καλημέρα”, γιατί ο τρόπος που έρχονταν να σου μιλήσουν σού έδειχνε ότι σε σέβονται. Δεν είναι το “κύριε Μόρα”, αλλά το πώς σου μιλάνε. Εδώ, έρχονται και σου φωνάζουν: “Βαγγέεεεελ, αυτόγραφο”. Τι ‘Βαγγέλη’ ρε φίλε, σε ποιον μιλάς; Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άλλος σε πλησιάζει. Είναι η παιδεία που έχουμε. Εκεί την έχουν. Εδώ από τους 10, οι 8 θα σου μιλήσουν κάπως, και τα δύο παιδιά που θα έρθουν θα σου μιλήσουν ευγενικά. Ναι, μ’ αυτούς να κάτσω να μιλήσω. Είμαι απ’ αυτούς που θέλω να μιλήσω και να συζητήσουμε ό,τι θες. Εχω όλη την καλή διάθεση να μιλήσω με κάποιον που δεν γνωρίζω κι αυτό το απέκτησα έξω».

Ποια προσωπικότητα ξεχώρισες;

«Στην Μπολόνια τον Μάρκο Ντι Βάιο. Είναι ο τρόπος με τον οποίο έκανε προπόνηση. Πρώτος να έρθει, τελευταίος να φύγει. Εβλεπε την προπόνηση σαν αγώνα. Αυτό που μου έλεγε ο Σάντος. Απίστευτος και τότε ήταν μεγάλος ηλικιακά. Στη Βερόνα σου έκανε εντύπωση ότι ο Τόνι. Βγήκε πρώτος σκόρερ στα 35-36. Ενα ψηλό παιδί, 100 κιλά. Ο Λούκα ήταν μέσα στην τρελή χαρά, έβλεπε το ποδόσφαιρο σαν χαρά. Με τον Λούκα δεν πας να παλέψεις. Αν πας, το έχασες, πρέπει να είσαι κι εσύ σαν αυτούς».

Υπήρξε προπονητής με τον οποίο είχες κάποια προσωπική στιγμή ιδιαίτερη;

«Μ’ αυτόν που δέθηκα ήταν ο Μαντορλίνι στην Βερόνα, γιατί ήμασταν τέσσερα χρόνια μαζί κι αν μπορώ να πω ότι κάποιος με στήριξε, ήταν αυτός.

Ιδιαίτερη εντύπωση μου είχε κάνει ο Μιχαΐλοβιτς. To πάθος του, η τρέλα του, το πως το ζούσε. Τότε δεν είχε εμφανιστεί ακόμα το θέμα του, το απέκτησε τώρα».

«Ο αδερφός μου δεν έπρεπε να ταξιδέψει στην Αυστραλία» 

Ο Μαντορλίνι σε βοήθησε και στο θέμα του αδερφού σου;

«Σ’ αυτό με στήριξε όλη η ομάδα. Επεσαν όλοι πάνω μου και αυτό ήταν και το φυσιολογικό».

Αυτό που έγινε με τον αδελφό σου ήταν ξαφνικό;

«Ο αδερφός μου είχε ένα θέμα από μικρός. Και 20 ετών που υπέγραψε με την ΑΕΛ το είχε και σταμάτησε, αλλά δεν ήταν κάτι τόσο… Τότε έτυχε να του βγει σε οξεία λευχαιμία επειδή έκανε ένα ταξίδι στην Αυστραλία».

Δηλαδή;

«Πήγε σε κάτι ξαδέρφια, να πάρει και μια γνώμη από έναν άλλο γιατρό για το θέμα στο αίμα του. Απλά, αυτό το ταξίδι δεν έπρεπε να το κάνει. Πολλές ώρες σε μεγάλο υψόμετρο. Το ανοσοποιητικό ήταν χαμηλό, οπότε με το που πήγε εκεί του βγήκε σε οξεία λευχαιμία. Η Βερόνα ολόκληρη ήταν δίπλα μου! Ο προπονητής ήταν εκεί, με περίμενε, τραυματίας στο πόδι να είμαι, με περίμενε μέχρι την τελευταία στιγμή. Ήταν η διαχείριση κι ο σεβασμός. Ήταν έτσι δομημένο όλο το σύστημα στην Βερόνα. Ο Μαντορλίνι μας διαχειρίστηκε πολύ καλά».

Αυτή η οικογενειακή περιπέτεια σε επηρέασε αγωνιστικά;

«Καθόλου. Ίσα ίσα… Το πρόβλημα πάντα το έβλεπα ως κίνητρο για να συνεχίσω. Ελεγα ότι δεν πρέπει να σταματήσω κι ότι τώρα πρέπει να συνεχίσω κι αυτό θα είναι το κίνητρο που θα με βοηθήσει να είμαι και καλύτερος. Αγωνίζομαι για σένα, αγωνίζομαι για τον αδερφό μου. Το ποδόσφαιρο με βοηθούσε να ξεπεράσω τα προβλήματά μου».

Κοιτάς ψηλά; Τον ψάχνεις;

«Από τότε που έφυγε μ’ ακολουθεί και θα με ακολουθεί πάντα. Όταν έμπαινα στο γήπεδο, έκανα την προσευχή μου από μέσα μου και στο τέλος φιλούσα το τατουάζ που έχω γι’ αυτόν. Το κάνω ακόμη και τώρα ως προπονητής. Τότε είχα πει ότι θα παίζω γι’ αυτόν και στόχος μου ήταν να γυρίσω στην ΑΕΛ και να βάλω ένα γκολ μέσα στο γήπεδό μας. Το κατάφερα γιατί άντεξα. Πίστευα ότι θα γυρίσω και θα παίξω για ένα εξάμηνο κι όχι για άλλα τρία χρόνια».

«Μπήκα στο ταξί να έρθω να τον δω στην Ελλάδα και μέσα σε 20 λεπτά είχε πεθάνει» 

Θυμάσαι την τελευταία κουβέντα με τον αδερφό σου;

«Ήταν στα χειρότερα. Τότε είχε γυρίσει από την Αυστραλία, είχε κάνει τη μεταμόσχευση και δεν είχε πιάσει. Είχε πει “Αν είναι να πεθάνω, θα πεθάνω στην Ελλάδα κι όχι στην Αυστραλία, στη Μελβούρνη”. Οπότε στο οκτάμηνο, όταν και το ανοσοποιητικό του ήταν καλό, μπήκε στο αεροπλάνο και ήρθε στην Ελλάδα για να πεθάνει εδώ. Μας είχε μεταφέρει ότι θα κάνει κι άλλη μεταμόσχευση, ενώ δεν γινόταν. Μας τα μετέφερε όπως ήθελε. Όταν είχε μπει στο ‘ΙΑΣΩ’ για κάποιες ακόμα χημειοθεραπείες, του λέω: “Φεύγω για προετοιμασία, όταν είναι να κάνεις την μεταμόσχευση με παίρνεις τηλέφωνο να έρθω”. Εν τω μεταξύ ήταν χάλια. Απλά, εγώ δεν μπορούσα να το δεχτώ. Το έβλεπα σαν κάτι φυσιολογικό, αφού μου είπε ότι θα κάνει κι άλλη μεταμόσχευση, αυτό θα γίνει. Μια – δυο μέρες μετά με πήρε τηλέφωνο η Αφροδίτη, η γυναίκα μου, και μου λέει: “Είναι χάλια”. Λέω στον κόουτς: “Ήρθα, αλλά είμαι stand by γιατί θα γίνει η μεταμόσχευση”. Όταν με πήρε η γυναίκα μου και μου είπε ότι χειροτέρευσε, μπήκΑ στο ταξί για να γυρίσω Ελλάδα και στο 20λεπτο με ξαναπήρε για να μου πει ότι πέθανε. Ηταν ό,τι χειρότερο να κάνεις αυτό το ταξίδι έχοντας συμβεί αυτό».

Εχεις ακόμα μέσα σου το ότι δεν ήσουν εδώ;

«Κοιτάξτε, δεν θα σας πω ψέματα. Αυτό είναι κάτι που με στοιχειώνει. Δεν ξέρω αν μπορώ να το αποβάλλω κι αν μπορώ να το δεχτώ. Για το ότι δεν ήμουν δίπλα του, ρίχνω ευθύνες σε εμένα, ότι δεν ήμουν εδώ κι ότι πήγα στην προετοιμασία. Από την άλλη, με έπεισε αυτός να το κάνω; Δεν το ήθελε κι ο ίδιος; Περίμενε να φύγω; Παίζει το μυαλό, ψάχνει δικαιολογίες».

Είχες κι εσύ την ελπίδα ότι δεν θα πεθάνει, ότι θα τα καταφέρει.

«Αυτό είναι. Ενώ τώρα που το σκέφτεσαι, λες: “Ρε μ@@@κα τι λες; Αφού αυτό δεν γίνεται”. Απλά εκείνος είχε τον τρόπο να σε πείσει και να σε πάει εκεί που θέλει».

Φανταζόμαστε ότι κι οι γονείς σου…

«Ασ’το. Δεν μπαίνεις καν στη διαδικασία να σκεφτείς. Δεν είπα στη μητέρα μου ποτέ: “Ρε μάνα ξεπέρασε το”. Δεν γίνεται αυτό. Αφήνω ο καθένας να το περάσει με τον δικό του τρόπο».

Είναι και η κορούλα σου που σε βοηθάει…

«Εννοείται ότι αυτοί είναι οι άνθρωποι μου, είναι δίπλα μου πάντα. Αλλά δεν ξέρω, δεν μπορείς να το ξεπεράσεις, να το δεχτείς. Το μυαλό το δουλεύει μόνο του. Εμένα με έσωσε ότι ήμουν μακριά του τα τελευταία χρόνια. Δεν ήταν στην καθημερινότητά μου. Το ότι θα ερχόταν να με δει, δεν ήταν καθημερινότητα, ήταν στιγμές. Η καθημερινότητά μας ήταν από όταν γεννήθηκα μέχρι τα 20. Μετά ήταν στιγμές. Από αυτό πιάστηκα, αυτό με έσωσε, ότι δεν ήμασταν μαζί καθημερινά. Το “ρε φίλε πάω για καφέ, πάμε να φάμε”… δεν είχαμε τέτοιες στιγμές κι αυτό με βοήθησε».

«Όταν γύρισα στην Βερόνα για το ματς με την Μπάρι κατάλαβα τι έχω κάνει γι’ αυτήν την ομάδα»

Το τελευταίο σου ματς στην Ιταλία πώς το θυμάσαι;

«Εντάξει, το αντίο μου στην Ιταλία τελείωσε απ’ όταν έφυγα από τη Βερόνα. Εκεί που κατάλαβα όμως τι σημαίνει ο Βαγγέλης για την Βερόνα το κατάλαβα όταν πήγα να παίξω στο Βερόνα-Μπάρι, όντας πια παίκτης της Μπάρι. Όταν επιστρέφεις καταλαβαίνεις ότι κάτι έχεις κάνει και εσύ κάτι γι’ αυτούς. Υπάρχει κι ένα βίντεο με το χειροκρότημα απ’ όλο το γήπεδο, όπου έχω μείνει μόνος. Στο ζέσταμα, θυμάμαι ότι όταν πήγαμε στα αποδυτήρια για να βάλουμε τις εμφανίσεις πήγα να μπω στης Βερόνα τα αποδυτήρια. Είναι η συνήθεια. Για μένα τόσο πολύ που δέθηκα με τον Βερόνα, τους νιώθω σπίτι μου, οικογένεια. Και δεν πούλησα ποτέ οπαδιλίκι. Το μισώ αυτό. Δεν μπορώ να βλέπω ποδοσφαιριστές μετά την πρώτη τους χρονιά να φιλάνε εμφανίσεις. Και ο κόσμος να το πιστεύει κιόλας! Αυτό είναι χειρότερο».

A photo of Kellar
A poster illustrating Kellar's "self-decapitation" illusion
A poster of Kellar levitating a woman in a red dress

«Χάβος και Παναιτωλικός πήγαν να με μπλέξουν σε υπόθεση με ξέπλυμα χρήματος»  

Όταν έφυγες από την Ιταλία η προσγείωση στην Ελλάδα ήταν απότομη;

«Η χειρότερη. Κεφάλαιο Παναιτωλικός όπου αν μπορούσα να το διαγράψω θα το είχα κάνει, αλλά κι αυτό είναι ένα μάθημα. Ό,τι χειρότερο θα μπορούσα να ζήσω από άποψη συμπεριφοράς. Η ουδέτερη στάση που κράτησαν στο θέμα που πήγαν να με μπλέξουν με στημένα παιχνίδια για να γλιτώσουν το συμβόλαιο είναι ό,τι χειρότερο. Δεν σε σέβονται. Δεν σέβονται την ιστορία και ό,τι έχεις κάνει. Είναι αυτό που έχεις αφήσει έξω σαν Βαγγέλης, σαν χαρακτήρας. Όταν τα περισσότερα βραβεία που έχεις πάρει είναι για το ήθος σου και όχι γιατί πέτυχα κάποιο ωραίο γκολ, ξαφνικά βρίσκεσαι ύστερα από 18-19 χρόνια ποδοσφαίρου να αμφισβητεί κάποιος το κύρος σου.

Κι αυτό γιατί; Επειδή παρουσίασε ένα δημοσίευμα ο Χάβος στη διοίκηση ή η διοίκηση στον Χάβο, από ένα συγκεκριμένο site, όπου οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι αυτοί δεν σέβονται τίποτα και έγραψαν για να πουλήσουν, πατώντας σε όνομα, ότι ο Μόρας εμπλέκεται σε ξέπλυμα χρημάτων».

Αυτό γιατί έγινε;

«Ενας πελάτης στο Προποτζίδικο του αδερφού μου, υπήρχε σε μια δικογραφία. Η μητέρα μου ήταν μάρτυρας για το αν ποτέ κάποιος μας εκβίασε ή οτιδήποτε. Κάτι που δεν έχει σχέση με εμάς. Η μητέρα μου απλά πήγε και είπε: “Εμάς δεν μας απείλησε κανείς”. Ήταν ένας πελάτης. Το ποιος μπαίνει στο μαγαζί σου, δεν μπορείς να το ξέρεις. Εδώ ξαφνικά ακούμε ότι ο κολλητός σου είναι μπλεγμένος σε διάφορα…

Ε, ο δημοσιογράφος είδε το όνομα Δημήτρης Μόρας. Εγώ τον είχα χάσει τον αδερφό μου τότε. Είπαν ‘θα κάνουμε το «Δημήτρης Μόρας» – «Βαγγέλης Μόρας»’, ενώ εγώ δεν είχα καμία σχέση με το Προπό και ούτε με απασχολούσε. Ξαφνικά χρησιμοποίησαν το όνομά μου, φωτογράφιζαν εμένα στο πρώτο άρθρο και την επόμενη μέρα έγραφαν: “Ό διεθνής ποδοσφαιριστής Βαγγέλης Μόρας εμπλέκεται σε ξέπλυμα χρήματος”. Οπότε εκεί έβαλα δικηγόρο, στείλαμε εξώδικο και ζητήσαμε να το κατεβάσουν αυτό το πράγμα. Και να ζητήσουν δημόσια συγγνώμη γιατί δεν υπήρχε σε καμία δικογραφία ούτε πουθενά ότι το όνομα Βαγγέλης Μόρας εμπλέκεται κάπου. Το κατέβασαν. Κάποιοι καλοθελητές το βρήκαν, το κράτησαν και το χρησιμοποίησαν στην πρώτη κακή μου στιγμή με τον Παναιτωλικό. Σε μια λάθος πάσα, ύστερα από ένα ματς με τον Ολυμπιακό, θεώρησαν σωστό να πουν ότι ήταν σκόπιμο από την πλευρά μου αυτό το λάθος για να δικαιολογήσουν τα δικά τους λάθη. Εμένα μου πήρε πολύ καιρό για να καταλάβω τι γίνεται. Ούτε ο Χάβος ήταν ξεκάθαρος, ούτε από την ομάδα. Όταν πήρα τον Χάβο να μου πει ποιος έστειλε αυτό το χαρτί, μου είπε η ομάδα. Όταν πήρα την ομάδα, μου είπε ο Χάβος. Αυτές οι δύο πλευρές συνεργάστηκαν ξανά μετά από λίγο καιρό. Και αυτοί πήγαν να μπλέξουν εμένα σε πράγματα που δεν με ενδιέφεραν ποτέ. Δεν τζογάρω, δεν πίνω, δεν κάνω καταχρήσεις. Ασχολούμαι με την οικογένειά μου και τίποτα παραπάνω. Τώρα αν ο αδερφός μου είχε Προπό και θέλετε να με μπλέξετε με τον τζόγο δυστυχώς δεν θα σας περάσει».

Το ότι έχεις Προπό δεν σημαίνει ότι είσαι τζογαδόρος. Αν έχεις μπαρ δεν σημαίνει ότι είσαι αλκοολικός.

«Στην Ελλάδα ζούμε, αν θέλουμε να ρίξουμε την ευθύνη κάπου αλλού σε κάτι που φταίμε εμείς οι ίδιοι, αυτό είναι το άσχημο της υπόθεσης. Δεν ήταν ξεκάθαροι μαζί μου. Δεν ήρθαν να μου πουν: “Κύριε Μόρα τι είναι αυτό το χαρτί”; Δεν έχω δώσει δικαίωμα ποτέ και ξαφνικά βρίσκομαι μπλεγμένος σε κάτι που εσείς αφήνετε να αιωρείται; Είμαι διεθνής ποδοσφαιριστής και έχω κάνει την καριέρα που έχω κάνει και με χρησιμοποιείτε για να δικαιολογήσετε την άσχημη εικόνα της ομάδας. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα. Θέλετε να φύγω; Φωνάξτε με να λύσουμε τη συνεργασία μας όμορφα και ωραία, επαγγελματικά, όπως γίνεται σε οποιαδήποτε χώρα. Αυτό ήταν το άσχημο της υπόθεσης. Ενας συγκεκριμένος παίκτης, δεν θα πω το όνομά του, το ξέρουν όλοι εκεί μέσα. Προσπάθησε να μπλέξει εμένα και κάποιους άλλους όταν εγώ έχω την καλύτερη σχέση ακόμα και σήμερα με κάποιους που είναι ή έχουν φύγει από τον Παναιτωλικό. Πήγε αυτός να βγάλει στον τάκο πέντε ποδοσφαιριστές. Εγώ τους υπερασπίστηκα. Αυτός απλά έλεγε στους οπαδούς που έρχονταν από τον σύνδεσμο ότι εγώ χάλασα το κλίμα στην ομάδα. Όχι, δεν ήμουν εγώ. Αλλά αυτοί έμενα έβριζαν, τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Δεν πειράζει. Δυστυχώς ζούμε σε μια χώρα που το δίκαιο γενικά δεν υπάρχει. Δεν μ’ απασχολεί όμως. Ο κόσμος ξέρει τι έχω αφήσει. Μπορεί να μην έχω αφήσει τα όμορφά μου γκολ, αλλά έχω αφήσει το ήθος μου. Πάντα έβγαινα μπροστά. Εχω κοινωνικό έργο, το ευχαριστιέμαι, είναι η ζωή μου. Σ’ ό,τι άλλο θέλετε να με μπλέξετε, σταματήστε να το κάνετε γιατί δεν σημαίνει ότι επειδή τα κάνετε εσείς αυτά τα κάνουμε και εμείς. Χάβος και Παναιτωλικός πήγαν να με μπλέξουν και γι’ αυτό μίλησα γι’ αυτούς συγκεκριμένα. Κι αν θέλουν να βγουν να μιλήσουν! Τους προκαλώ, να τα πούμε όλα! Εκεί είναι φάουλ και το ξέρουν. Εχω μιλήσει με κάποιους μέσα από την ομάδα και μου είπαν: “Ναι Βαγγέλη, ξέρουμε ποιος τα κάνει όλα αυτά”. Ήταν λάθος στη διαχείρισή τους. Είχε έρθει ο Τράι στην ομάδα και προσπαθήσαμε να βρούμε μια λύση και τον ευχαριστώ. Είχε πει: “Αν μείνει ο Βαγγέλης να βρείτε μια λύση και να με αφήσετε έξω απ’ αυτά εμένα. Ξέρω ποιος είναι ο Βαγγέλης και τι έχει προσφέρει”. Ήταν ξεκάθαρος. Ήταν σωστός απέναντί μου, τον λατρεύω σαν άνθρωπο και προσωπικότητα. Οι εικόνες που έχω απ’ αυτόν τον άνθρωπο είναι αυτές που με βοήθησαν να φτιάξω το χαρακτήρα μου ποδοσφαιρικά. Τον εκτιμώ. Απλά ζούμε στη χώρα του “Δεν κέρδισες το έστησες – κέρδισες το έστησαν οι άλλοι”. Είναι τραγικό. Αυτή ήταν η ιστορία της επιστροφής μου στην Ελλάδα».

“Τάκη, αλήθεια με ρωτάς αν θέλω να έρθω στην Εθνική;”» 

Τι θα μας έλεγες για την παρουσία σου στην Εθνική; Είχες παρουσία σε δύο Παγκόσμια Κύπελλα, το 2010 και το 2014, ενώ έπαιξες και σε προκριματικά για το Euro…

«Ήταν ό,τι καλύτερο. Είχα την τύχη να παίξω σε δύο διαφορετικές δεκαετίες. Ο Ρεχάγκελ μου έδωσε τη δυνατότητα να είμαι με παίκτες που το 2004 κέρδισαν το Ευρωπαϊκό. Είχα λοιπόν την ευλογία να βρίσκομαι με τέτοιους ποδοσφαιριστές. Δύσκολα έμπαινες στην Εθνική κι εγώ μπήκα και στάθηκα. Αυτό που ζήσαμε με την Ουκρανία όταν προκριθήκαμε ήταν απίστευτο. Δύο Μουντιάλ. Μετά ήρθε κι αυτό που σας είπα με τον Σάντος, ο οποίος δεν με έπαιρνε καθόλου στην Εθνική, ενώ έπαιζα στην Ιταλία. Είχα βγει μάλιστα και είχα πει ότι “όσο είναι προπονητής ο Σάντος, δεν πρόκειται να με καλέσει”. Ήταν μια αντίδρασή μου, την οποία θα ξανάκανα. Έτσι ένιωσα. Δεν μίλησα άσχημα για κανέναν. Ήταν όμως παράλογο να είμαι βασικός στη Serie A και να μην με καλεί. Γι’ αυτό είχα βγει και το είπα. Ξαφνικά με παίρνει τηλέφωνο ο Φύσσας. Είχε τραυματιστεί ο Σιόβας και μου λέει “Βαγγέλη, υπάρχει το ενδεχόμενο να σε καλέσει. Μου είπε να σε πάρω τηλέφωνο. Ξέρει ότι μίλησες γι’ αυτόν, δεν έχει πρόβλημα. Το θέμα είναι αν εσύ θέλεις να έρθεις”. Του απάντησα: “Τάκη, αλήθεια με ρωτάς αν θέλω να έρθω στην Εθνική; Εννοείται ότι θα έρθω. Ό,τι είχα πει το είπα γιατί αυτό μου είχε βγάλει ο Σάντος. Το ξέρει κι ο ίδιος και γι’ αυτό σε πήρε τηλέφωνο. Ήξερε ότι γι’ αυτόν είμαι ένας πιστός στρατιώτης, ο οποίος είτε τον βάλω, είτε όχι, δεν θα μου δημιουργήσει πρόβλημα. Και ότι θα έδινε και το 200%. Ότι δεν θα χαλούσα την ομάδα. Αυτό μου είχε περάσει ο Σάντος. Πως γι’ αυτόν είμαι μια πολύ καλή ρεζέρβα, η οποία όταν θα μπει μέσα μπορεί να είναι καλύτερη κι απ’ τον βασικό. Γι’ αυτό τον θαυμάζω. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Εννοείται νιώθω αδικημένος, αλλά ξέρω πόσο με έχει βοηθήσει και πόσο με έχει δυναμώσει».

Στο Παγκόσμιο του 2010 είχες παίξει κόντρα στην Αργεντινή.

«Ναι. Υποτίθεται ήμουν βασικός τότε στην ομάδα, έπαιζα όλα τα ματς, αλλά τραυματίστηκα στην προετοιμασία. Έπαθα θλάση στη γάμπα. Πριν γίνει η τελική επιλογή μίλησα με τον Ρεχάγκελ και μου λέει: “Θα σε πάρω γιατί ήσουν από την αρχή και το αξίζεις. Ξέρω ότι θα είσαι έτοιμος στο δεύτερο ματς, με την Κορέα, οπότε θα σε πάρω”. Θα μπορούσε να με είχε αφήσει έξω γιατί ήμουν τραυματίας, κι όμως με πήρε. Ήμουν καλά με την Κορέα, αλλά δεν ήθελε να ρισκάρει και με χρησιμοποίησε με την Αργεντινή».

Δεν τα καταφέραμε όμως…

«Ο Σαμαράς φταίει που δεν έβαλε το γκολ στο 75′! Θα κάναμε το 1-0. Αυτό περιμέναμε. Τη μία ευκαιρία. Άδειασε όλο το τέρμα, πήγε από την άλλη πλευρά εντελώς τυχαία. Όπου κι αν… βαρούσε, και τσαφ να έκανε, μέσα θα πήγαινε».

Για πες μας για τη χειραψία με τον Μαραντόνα…

«Ναι, ακούμπησα τον Μαραντόνα! Εγώ σ’ αυτά είμαι νορμάλ, δεν παθιάζομαι, δεν ενθουσιάζομαι τόσο πολύ. Δεν το ‘χω. Σίγουρα όμως μιλάμε για στιγμές που μένουν».

Μουντιάλ 2014;

«Αυτό που σας είπα. Πήγα ξαφνικά, το θεώρησα τιμή μου. Έπαιξα τα φιλικά, ήμουν σε πολύ καλή κατάσταση, θα μπορούσα να έχω παίξει και στα επίσημα. Δεν τα κατάφερα, αλλά το έζησα πολύ έντονα. Γι’ αυτό με είχε επιλέξει ο Σάντος, γιατί ήξερε ότι δεν θα προκαλέσω κανένα πρόβλημα».

Είπες τίποτα στον Γκέκα μετά το χαμένο του πέναλτι;

«Όχι. Για εμάς ήταν κάτι φυσιολογικό. Ήταν μια στιγμή δύσκολη για έναν ποδοσφαιριστή. Εμείς οι ίδιοι είχαμε πάει την ομάδα εκεί που την πήγαμε. Εκπροσωπούμε τη χώρα μας. Δεν γίνεται να βγαίνει ο κόσμος κι επειδή έχασε το πέναλτι ο Γκέκας να πάνε να τον κρεμάσουν. Είναι ό,τι πιο τραγικό υπάρχει. Ο ποδοσφαιριστής ξέρει να διαχειριστεί τη στιγμή. Μας ενοχλεί που ο κόσμος δεν μπορεί να το διαχειριστεί. Γιατί να βγάλει τόση κακία για μια στιγμή; Αφού είναι ο ίδιος που χειροκροτούσες και το 2010. Για ποιον λόγο τον βρίζεις; Υπάρχει περίπτωση ο Φάνης να θέλει να χάσει το πέναλτι; Αυτή η χώρα πρέπει να αλλάξει. Κι άλλες χώρες πρέπει να αλλάξουν. Το ποδόσφαιρο είναι διασκέδαση. Να πάμε στο γήπεδο όχι για να βρίσουμε τον πατέρα, τη μάνα και την αδερφή, τα Θεία επειδή χάσαμε».

«Στόχος μου να γίνω προπονητής στη Serie A»

Τον προπονητή Μόρα θα τον δούμε στη Serie A;

«Ο στόχος μου είναι αυτός. Είναι μια χώρα που έχω δεχτεί την κουλτούρα της, την έχω μέσα μου. Μου αρέσει η ιταλική κουλτούρα. Έχουν αλλάξει πολύ κι αυτοί. Γίνονταν όργια στην Ιταλία, ξύλο, θάνατοι, σκοτωμοί. Τα έχουν αλλάξει. Δεν γίνονται πλέον, δύσκολα. Μέσα στο γήπεδο; Πολύ δύσκολα. Υπάρχουν νόμοι, κάτι που δεν υπάρχει εδώ. Ναι, λοιπόν, είναι όνειρό μου. Ξεκινάω σιγά – σιγά, από τα χαμηλά. Κάνω την πρακτική μου, ας το πούμε. Να το ζήσω, να το δοκιμάσω, ώστε να είμαι έτοιμος όταν θα έρθει μεγαλύτερη πρόκληση. Ζω αυτή τη στιγμή την παρακμή του ελληνικού ποδοσφαίρου προπονητικά. Πρόσφατα στα Τρίκαλα έζησα μια ξεχωριστή ιστορία. Αναφέρομαι στο περιστατικό στο οποίο κάποιοι πήγαν να με χτυπήσουν και ένα παιδάκι φώναζε “Να τελειώσει αυτό, σταματήστε!”. Κάποιοι δημοσιογράφοι το πέρασαν προς τα έξω ότι «πήγαν να χτυπήσουν τον Μόρα” και κάποιοι την πέρασαν όμορφα, αναδεικνύοντας τον πιτσιρικά που πήγε να σταματήσει το επεισόδιο. Ενώ κάποιοι μετέφεραν ότι ο Μόρας δημιουργεί προβλήματα, έχω να τους πω ότι ο Μόρας δεν δημιουργεί προβλήματα. Ο Μόρας υπερασπίζεται τον εαυτό του όταν κάποιος τραμπούκος προσπαθεί να τον χτυπήσει με οτιδήποτε. Εγώ αμύνθηκα. Έκανα επίθεση εκείνη τη στιγμή, γιατί όταν κάποιος έρχεται να σου βάλει το κεφάλι στο πρόσωπο και να σου επιτεθεί, δεν έχω πρόβλημα να αμυνθώ. Δυστυχώς αυτό είναι το ποδόσφαιρο που υπάρχει εδώ. Αν νομίζουν ότι ο Μόρας, ο Γκέκας, ο Κυριακίδης, ο Κατσουράνης, ο Παπαδόπουλος, που ήμασταν στο UEFA A και είμαστε η νέα γενιά προπονητών, έχουμε να φοβηθούμε κάτι, όχι! Εμείς δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα και κανέναν. Κανέναν τραμπούκο, κανέναν μπράβο που υπάρχουν σ’ αυτές τις κατηγορίες και έρχονται για να εκφοβίσουν. Όποιος θέλει μπορεί να έρθει, έχω μεγαλώσει κι εγώ στο δρόμο. Δεν μεγάλωσα στα παλάτια. Αφήστε μας να ασχοληθούμε μόνο με το ποδόσφαιρο. Αν μπορούμε να αποβάλουμε αυτούς τους ανθρώπους, θα είναι ό,τι καλύτερο. Δυστυχώς οι διοικήσεις δεν μπορούν να το κάνουν, γιατί αυτές οι ίδιες τους βάζουν εκεί. Ξέρω καλά ποιος ήταν αυτός που ήρθε στα Τρίκαλα να προκαλέσει το πρόβλημα. Δεν θέλω να μιλήσω για να μην τους βάλω στο παιχνίδι. Και όχι επειδή φοβάμαι. Δεν θέλω κιόλας να τους διαφημίσω. Τίποτα δεν είναι. Ας αφήσουμε έξω τους τραμπουκισμούς κι ας ασχοληθούμε με τα παιδιά. Η αλήθεια είναι ότι ζω έντονα το παιχνίδι από τον πάγκο, όπως το ζούσα και ως ποδοσφαιριστής. Σχολή Τσόλο, Ιντζάγκι, Κόντε. Το ζω έντονα και μ’ αρέσει. Θα μαλώσω με τον διαιτητή, εννοείται. Μπορεί να πούμε και κάτι παραπάνω. Μπορεί να βρίσω τον παίκτη μου και να του πω “πάμε πιο δυνατά”».

Πηγή: specials.gazzetta.gr
Εικόνες θέματος από mammuth. Από το Blogger.