Τιμηθηκαν οι Λιβαδιώτες που «χάθηκαν» στη διάρκεια της Κατοχής

 Μια λιτή εκδήλωση μνήμης, μια όμορφη και αξιέπαινη πρωτοβουλία «έτρεξε» και φέτος στο Λιβάδι Ελασσόνας, εκεί όπου ο δραστήριος Εξωραϊστικός Σύλλογος Λιβαδίου, μόλις λίγες μέρες μετά τη συμμετοχή του στο 36οΠανελλήνιο Αντάμωμα Βλάχων(…φιλοξενήθηκε στη Νάουσα), τίμησε αθόρυβα και μνημόνευσε τους αθώους Λιβαδιώτες που «χάθηκαν» στη διάρκεια της Κατοχής.

Μέσα σε ατμόσφαιρα κατάνυξης, συγκίνησης και περισυλλογής, τελέσθηκε στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης της γραφικής ορεινής Κοινότητας λιτό μνημόσυνο για τα θύματα της Κατοχής, με αφορμή την επέτειο του Ολοκαυτώματος του Λιβαδίου (στις 17 Ιουλίου του 1943).

Λειτούργησε ο ιερέας π. Αθανάσιος Ματσέλος, ενώ στο χρονικό του Ολοκαυτώματος του Λιβαδίου αναφέρθηκε το μέλος του «οικοδεσπότη» συλλόγου Μαριλένα Δαμαλή.

Η ομιλήτρια, μιλώντας προς το εκκλησίασμα, «κατέθεσε» κείμενο του γνωστού Λιβαδιώτη Κώστα Προκόβα, που είχε ζήσει από κοντά τα γεγονότα εκείνη την ημέρα(17 Ιουλίου 1943) στο Λιβάδι.

Συγκλονιστικές οι μαρτυρίες του Κώστα Προκόβα:

«Εκείνο το πρωινό της 17ης Ιουλίου μια γερμανική φάλαγγα ανηφόρισε από το Μαρούλι προς Λιβάδι. Οι άντρες πήραν τον γνώριμο δρόμο για το βουνό. Ακροβολίστηκαν στο φρύδι του Προφήτη Ηλία και από εκεί με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσαν τα δρώμενα στο χωρίο. Τα μάτια τους είχαν γίνει ένα για να δουν. Οι ναζί – οι σιδηρόφρακτοι ιππότες της Αποκάλυψης – μπήκαν στο χωριό και σκόρπισαν τον τρόμο και τον πανικό. Έκαιγαν σπίτια, τον μόχθο των ανθρώπων μιας ζωής, με πρωτοφανή αγριότητα. Πριν από 15 ημέρες, στις 3 Ιουλίου, είχαν κάψει λίγα σπίτια. Τούτη τη φορά έκαψαν πεντακόσια. Λαμπάδιασε το χωριό, οι φλόγες και οι πυκνοί καπνοί είχαν καλύψει τον ουρανό. Μάζεψαν τα γυναικόπαιδα στις τρείς εκκλησίες του χωριού και από εκεί όλα μαζί στο προαύλιο του Αγίου Κωνσταντίνο, όπου φαινόταν ότι θα παιχτεί η τελευταία πράξη του δράματος.

Λίγες μέρες πριν η Εθνική Αντίσταση, που ήταν ηθικό καθήκον των Ελλήνων απέναντι στον κατακτητή και έσωσε την τιμή της Ελλάδας, είχε καταστρέψει μια γερμανική φάλαγγα στο Σαραντάπορο. Το αξίωμα των ναζί ήταν ένα Γερμανός νεκρός, εκατό Έλληνες! Δεν έκαναν διάκριση ανάμεσα σε πολεμιστές και γυναικόπαιδα. Έτσι μετρούσαν την αξία της ζωής. Όλοι τότε ένιωθαν υποψήφια θύματα. Εκείνα τα χρόνια έγιναν τα ολοκαυτώματα στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στο Κομμένο της Άρτας, στον Χορτιάτη, τα Κερδύλια, την Κλεισούρα, στο Δομένικο Ελασσόνας (εκεί από τους Ιταλούς) και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Έγινε εκεί η Κόλαση του Δάντη. Εκατοντάδες άντρες και γυναικόπαιδα σφαγιάστηκαν. Η δική μας σωτηρία – ίσως μοναδική περίπτωση – έμεινε χωρίς καμία εξήγηση. Δεν το μάθαμε ποτέ και δεν το ψάξαμε. Μας έφτανε που είχαμε σωθεί. Η λαϊκή ψυχή το είχε αποδώσει στην Αγία Μαρίνα που γιόρταζε.

Ζήσαμε αρκετές ώρες περιμένοντας το μοιραίο. Ήταν σαν να πέρασε μια αιωνιότητα. Οι μανάδες κρατούσαν με σφιγμένα τα δόντια την ψυχραιμία και την αξιοπρέπεια τους. Αντίκριζαν τον θάνατο, χωρίς παρακάλια και παράπονα. Άλεθαν βουβά τον πόνο τους μέσα στα δόντια τους. Κάποια στιγμή οι ναζί έκαψαν το απέναντι σπίτι του Παμπέρη και οι καπνοί πέρασαν στο προαύλιο της εκκλησίας. Αποπνικτική ατμόσφαιρα. Δεν βλέπαμε πια τα πρόσωπα των μανάδων μας, των αδελφών μας και των άλλων συγγενών που όλοι μαζί είχαν γίνει ένα μαύρο κουβάρι. Πιστέψαμε ότι ήταν σημάδι του τέλους μας. Προς το απόγευμα ένας ναζί αξιωματούχος, φορτωμένος σιδερικά, έδωσε το σύνθημα της απελευθέρωσης μας. «Raus», φώναξε με άγρια φωνή. Έξω να τσακιστείτε και να εξαφανιστείτε. Χαθήκαμε μέσα στους δρόμους και τα σοκάκια του χωρίου και προχωρώντας μέσα από φλόγες και ερείπια που κάπνιζαν ακόμη φτάσαμε στα σπίτια μας, όσοι από εμάς τα βρήκαν όρθια. Είχε σωθεί μια γενιά παιδιών που κράτησε αργότερα το Λιβάδι και εργάστηκε για την προκοπή του. Μπορεί να φανταστεί κανείς την εξέλιξη του χωριού, αν τότε είχε ξεκληριστεί εκείνη η γενιά.

Μετά την αποχώρηση των ναζί, προς το βράδυ, επέστρεψαν οι άντρες από το βουνό. Ευτυχώς είχαν αυτοσυγκρατηθεί και δεν έκαναν κάποια παράτολμη κίνηση, όσο κρατούσε το μαρτύριο μας. Τα αντίποινα θα ήταν άμεσα. Η συνάντηση εκείνη, φορτισμένη συναισθηματικά στο έπακρο, δεν περιγράφεται. Ήταν όλοι τους σαν φαντάσματα. Δεν μπορούσαν να αρθρώσουν λόγο. Έπεσε αμήχανη σιωπή. Τους έπνιγε ο πόνος και η συγκίνηση. Μια γλάστρα με βασιλικό που κράτησε την ομορφιά και το άρωμα της, είχε γλιτώσει από τη μεγάλη φωτιά «σαν να ήθελε να πει ότι κάτι ακόμη αληθινό μας απομένει».

Ο άντρας χτύπησε τη γροθιά του στο πεζούλι της εξώπορτας, η μητέρα μάζεψε τα μανίκια, έσφιξε το καλέμι στο κεφάλι και ζώστηκε το πιστιμάνι. «Η ζωή ξαναρχίζει, θα ξαναχτίσουμε τα σπίτια μας», είπαν και τα ξανάχτισαν. Πήραν πάλι τη ζωή στα χέρια τους. Λένε πως η ζωή είναι να πέφτεις εφτά φορές και να σηκώνεσαι οκτώ. Η πίστη και η ελπίδα είναι ισχυρότερες και από τη χειρότερη φτώχεια. Οι άνθρωποι άρχισαν πάλι να κάνουν όνειρα για την οικογένεια τους, για τα παιδιά τους. Όταν πάψει κανείς να ονειρεύεται, διατρέχει τον κίνδυνο να χάσει τον εαυτό του. Παραιτείται και περιμένει το θαύμα. Στον αγώνα για επιβίωση επιστρατεύτηκαν τότε όλες οι δυνάμεις των ανθρώπων. Είχε επικρατήσει και ένα πνεύμα αλληλεγγύης ανάμεσα στους ανθρώπους της κοινότητας. Καταλάβαιναν τον συνάνθρωπό τους και είχαν αισθήματα γι’ αυτόν. Το σκοτεινό και αβέβαιο μέλλον δεν τρομοκράτησε το δύσκολο και ανασφαλές παρόν. Ό,τι δε σε σκοτώνει σε κάνει ισχυρότερο. Μια σοφή γερόντισσα μας είπε τότε: «Το τι περάσαμε το ξέρουμε, τι θα περάσουμε δεν τον ξέρουμε. Όλα όμως θα περάσουν». Αυτή ήταν η πρακτική φιλοσοφία τους. Αυτή τους έσωσε και τους κράτησε δυνατούς και αξιοπρεπείς. Δεν πρόλαβαν οι άνθρωποι του χωριού μας και της Ελλάδας να χαρούν και να γιορτάσουν την απελευθέρωση τους από τους ναζί και άρχισε πάλι μια καινούρια και αιματηρή περιπέτεια – η δραματικότερη την νεοελληνικής ιστορίας. Ο Εμφύλιος πόλεμος, η τραγωδία του Νεοελληνισμού, επί σκηνής. Άνοιξε πάλι ένας νέος κύκλος αίματος που οι πληγές του άργησαν να κλείσουν.

Ακούστηκε τότε από φτωχούς και βασανισμένους ανθρώπους φωνή εκ βαθέων: «Δεν υπάρχει για εμάς ένας ποταμός πλωτός!».

Ακολούθησε κατάθεση στεφάνων στο Μνημείο των πεσόντων της Κοινότητας.

Το «παρών» στη λιτή εκδήλωση μνήμης έδωσαν: ο πρόεδρος της Κοινότητας Λιβαδίου Βαγγέλης Σιάτρας, κοινοτικοί σύμβουλοι, σύσσωμη η διοίκηση του Εξωραϊστικού Συλλόγου Λιβαδίου, μέλη και φίλοι του συλλόγου και δεκάδες Λιβαδιώτες.

Του Γιάννη Μουκίδη 
Πηγή: eleftheria.gr
Εικόνες θέματος από mammuth. Από το Blogger.