Ζωή Φτίκα: Θωρακίζεται η Π.Ε. Λάρισας με 600 ορεινά φράγματα
«Το δάσος δεν είναι απλώς ένας πνεύμονας οξυγόνου, είναι ο ρυθμιστής του κλίματός μας, πηγή ζωής για όλους μας. Η προστασία του είναι ευθύνη όλων μας. Απαιτείται βαθιά αλλαγή νοοτροπίας, ώστε να μπορέσουμε να δούμε το δάσος ως τον πιο πολύτιμο σύμμαχό μας απέναντι σε έναν κόσμο που αλλάζει. Αν το διαχειριστούμε ορθά και το προστατέψουμε, θα μας το ανταποδώσει».
Με αυτά τα λόγια η δασολόγος κ. Ζωή Φτίκα, προϊσταμένη Επιθεώρησης Εφαρμογής Δασικής Πολιτικής Θεσσαλίας -Στερεάς Ελλάδας, στη Γενική Γραμματεία Δασών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, επισημαίνει τη βασική στόχευση σε μια συζήτηση που είχε με την «Ε» με αφορμή το γεγονός πως ολοκληρώνεται επί της ουσίας η δύσκολη καλοκαιρινή περίοδος. Μια περίοδος που τα τελευταία χρόνια μετρήσαμε πολλές απώλειες. Μέχρι στιγμής πάντως η κ. Φτίκα εξηγεί πως είχαμε λιγότερες απώλειες σε δασική βλάστηση.
Η συζήτηση μαζί της ξεκίνησε με το ερώτημα, ποια είναι η κατάσταση των δασών της Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας και πόσο έχουν επιβαρυνθεί από τις πυρκαγιές. Σημείωσε πως «το 60% των δύο περιφερειών αποτελείται από δάσος και δασικές εκτάσεις. Έχουμε τα πευκοδάση του Πηλίου και της Εύβοιας, τα δάση ελάτης και οξιάς στον Όλυμπο, την Όθρυ, τον Παρνασσό, την Γκιώνα, ένα μεγάλο δασικό οικοσύστημα με πλούσια βιοποικιλότητα.
Τα μεσογειακά πευκοδάση είναι σαφώς πιο ευάλωτα, με την κλιματική αλλαγή να επιδεινώνει την κατάσταση. Ταυτόχρονα, η εγκατάλειψη της υπαίθρου σημαίνει ότι τα δάση μένουν χωρίς ανθρώπινη παρουσία, χωρίς βόσκηση, χωρίς ξύλευση – με αποτέλεσμα τη συσσώρευση καύσιμης ύλης».
Αναφερόμενη στις πυρκαγιές τόνισε ότι «Οι μεγα-πυρκαγιές στη Βόρεια Εύβοια (2021) με 512.000 στρ., στο Βελεστίνο-Σέσκλο Μαγνησίας το 2023, με 83.000 στρ. και οι φωτιές σε Δερβενοχώρια και στον Πρόδρομο Βοιωτίας, με πάνω από 150.000 στρ. καμένων εκτάσεων, είχαν ως αποτέλεσμα την αλλαγή στο μικροκλίμα της περιοχής, τη διάβρωση του εδάφους, την καταστροφή χλωρίδας και πανίδας, και τη δημιουργία πλημμυρικών φαινομένων με μεταφορά φερτών υλικών.
Η Θεσσαλία φυσικά, με τα φαινόμενα Daniel και Elias, έζησε και τις έντονες πλημμύρες με ποσότητες λάσπης και φερτών υλικών, ειδικά στην περιοχή της Μαγνησίας.
Η φετινή χρονιά έως τώρα, μας βρίσκει με λιγότερες απώλειες σε δασική βλάστηση. Οι περισσότερες φωτιές παρατηρήθηκαν σε εκτάσεις που τα προηγούμενα χρόνια έχουν ξανακαεί, βρίσκονταν στη φάση της αναγέννησης και σε περιοχές, όπως στην Ανατολή της Αγιάς και στον Πισσώνα της Εύβοιας.
Θα χρειαστεί να επέμβουμε με αντιδιαβρωτικά έργα αφενός μεν για να συγκρατήσουμε το χώμα και να επιτευχθεί η φυσική αναγέννηση των δασικών ειδών, αφετέρου για να μειώσουμε την ταχύτητα των νερών σε πιθανή νεροποντή».
ΧΡΗΣΕΙΣ ΓΗΣ – ΔΙΚΤΥΑ
* Κυρία Φτίκα, η πολεοδομική κατάσταση της Ελλάδας είναι λίγο μπερδεμένη. Χρήσεις γης «ανακατεύονται» συνεχώς, με τις οικιστικές ζώνες να εναλλάσσονται συνεχώς με δασικές. Είναι πιο πιθανό να ξεκινούν οι φωτιές σε σημεία όπου οι πόλεις συνορεύουν με δάση;
– «Αυτές οι περιοχές που ονομάζονται «ζώνες μείξης δάσους-πόλης», είναι και τα πιο ευαίσθητα σημεία. Σχεδόν όλες οι φωτιές ξεκινούν από ανθρώπινη δραστηριότητα, είτε από αμέλεια είτε από πρόθεση. Στις ζώνες αυτές, όπου η ανθρώπινη παρουσία είναι συνεχής, αυξάνεται στατιστικά και η πιθανότητα να συμβεί ένα ατύχημα, που να οδηγήσει σε πυρκαγιά. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η συνύπαρξη αυτή απαιτεί αυξημένη προσοχή και ειδικά μέτρα προστασίας από όλους. Χρειάζονται ειδικά σχέδια για τέτοιες περιοχές: καθαρισμοί οικοπέδων, αποστάσεις ασφαλείας, σπίτια με ανθεκτικά υλικά».
* «Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει το δίκτυο ηλεκτροδότησης που περνάει μέσα από τα δάση; Κατά τη γνώμη σας, είναι επαρκώς συντηρημένο;
– «Το εναέριο δίκτυο ηλεκτροδότησης που διασχίζει δασικές εκτάσεις αποτελεί έναν αναγνωρισμένο παράγοντα κινδύνου. Το δίκτυο εκτείνεται σε χιλιάδες χιλιόμετρα, συχνά σε δύσβατες περιοχές. Η συνεχής συντήρηση και ο καθαρισμός της βλάστησης περιμετρικά, ελαχιστοποιεί, στο μέτρο του δυνατού πάντα, αυτόν τον κίνδυνο. Η Γενική Γραμματεία Δασών του ΥΠΕΝ, εκδίδει κάθε χρόνο ειδικές εγκυκλίους που επιταχύνουν τις αδειοδοτήσεις προς τους διαχειριστές του δικτύου (ΔΕΔΔΗΕ, ΑΔΜΗΕ), με στόχο τη διευκόλυνση των απαιτούμενων επεμβάσεων για τον καθαρισμό των γραμμών μεταφοράς ρεύματος.
Ωστόσο, οριστική λύση θα αποτελέσει μόνο η σταδιακή υπογειοποίηση του δικτύου, που αν και είναι ένα έργο με τεράστιο κόστος, αποτελεί τη στρατηγική επιλογή που θα μπορούσε στο μέλλον να εξαλείψει τις πυρκαγιές που οφείλονται σε αυτή την αιτία».
* Είναι το μοντέλο αντιμετώπισης πυρκαγιών ικανό για τα δεδομένα της χώρας μας ή χρειάζεται επανασχεδιασμό;
– «Ζούμε σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο, με την κλιματική κρίση πανταχού παρούσα, να γίνεται αντιληπτή με κάθε τρόπο. Τα τελευταία χρόνια, βιώνουμε αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν «μέγα-πυρκαγιές» (mega-fires) — πυρκαγιές τεράστιας έκτασης και έντασης, που τροφοδοτούνται από παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας, ακραίες θερμοκρασίες και ισχυρούς ανέμους.
Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ένα μοντέλο που εστιάζει κυρίως στο σβήσιμο της φωτιάς, δεν αρκεί. Απαιτείται ενίσχυση της πρόληψης.
Μέσα από αυτό το πρίσμα η Πολιτεία εδώ και τέσσερα χρόνια, υλοποιεί προγράμματα, όπως το ANTINERO, που προαναφέρθηκε. Αρκεί να λάβουμε υπ’ όψιν ότι κατά το παρελθόν, μια δασική υπηρεσία λάμβανε χρηματοδότηση για τη συντήρηση μερικών μόλις χιλιομέτρων δασικών δρόμων, ενώ σήμερα, χιλιάδες στρέμματα δασών καθαρίζονται και εκατοντάδες χιλιόμετρα δασικού οδικού δικτύου συντηρούνται.
Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια μεσογειακή χώρα, με τους ήπιους χειμώνες και τα ξηρά, θερμά καλοκαίρια να αποτελούν πάντα μέρος του κλίματός μας, ωστόσο η κλιματική κρίση, αυξάνει τους παράγοντες κινδύνου.
Είναι σαφές πως δεν μπορούμε να καταργήσουμε τη φωτιά, αυτό είναι αδύνατον. Ζητούμενο είναι να μπορούμε να διαχειριζόμαστε τα δάση μας με τέτοιο τρόπο ώστε να μειώνουμε την πιθανότητα εκδήλωσης καταστροφικών φαινομένων».
* Γίνεται μεγάλη συζήτηση για το πεύκο και τον ρόλο του στις πυρκαγιές. Ποια είναι η δική σας γνώμη;
– «Τα κοινά είδη πεύκου της χώρας μας είναι από τη φύση τους εύφλεκτα, κυρίως επειδή περιέχουν ρετσίνι. Ταυτόχρονα όμως, είναι δέντρα απόλυτα προσαρμοσμένα στη φωτιά, αποτελεί μέρος του κύκλου ζωής τους. Το πεύκο αποτελεί θεμελιώδη μηχανισμό της φύσης για τη δημιουργία του δάσους. Είναι συχνά το πρώτο δέντρο που καταφέρνει να φυτρώσει σε δύσκολα σημεία, εκεί όπου άλλα είδη δεν θα επιβίωναν. Η ύπαρξη και η ανάπτυξή του εμπλουτίζει το έδαφος, και επιτρέπει την ανάπτυξη άλλων, πιο απαιτητικών ειδών, αποτελώντας έτσι τον πρόδρομο της δημιουργίας ενός πιο ώριμου, μεικτού δάσους.
Το πρόβλημα εστιάζεται στο ότι επί πολλές δεκαετίες τα δάση μας είχαν μείνει χωρίς διαχείριση με αποτέλεσμα τη συσσώρευση βιομάζας. Σαφώς και δεν συνιστώνται οι μονοκαλλιέργειες τεράστιων εκτάσεων μόνο με πεύκα, καθώς εκεί η φωτιά εξαπλώνεται με τρομακτική ταχύτητα. Ιδανικά είναι να έχουμε μεικτά δάση, αποτελούμενα από συνδυασμό ειδών, ώστε το δάσος να γίνεται πιο ανθεκτικό, και σοβαρή διαχείριση των δασών μας.
Εργα θωράκισης της Θεσσαλίας και της Λάρισας
Στα έργα που πραγματοποιούνται στη Θεσσαλία και ειδικότερα στον νομό Λάρισας για τη θωράκιση των οικισμών από καταστροφικά φαινόμενα πυρκαγιών και πλημμυρών, αναφέρθηκε η κ. Ζωή Φτίκα, τονίζοντας τα εξής: «Αρχικά είναι το Πρόγραμμα Aqua Montis 200 εκατ. ευρώ στη Θεσσαλία, που αφορά σε έργα ορεινής υδρονομίας και υλοποιείται από τις δασικές Υπηρεσίες σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Δασών και τη Γενική Διεύθυνση Δασών του ΥΠΕΝ. Τα έργα υλοποιούνται κατά προτεραιότητα στις ορεινές κοίτες των ρεμάτων, με τη χρήση μεθόδων και υλικών συμβατών με το φυσικό περιβάλλον λαμβάνοντας υπόψη τα σχέδια πλημμύρας και τις καταστροφές DANIEL και ELIAS. Ενδεικτικά για το μέγεθος των έργων δασοπροστασίας και αντιπλημμυρικής θωράκισης των οικισμών, αναφέρουμε ότι μόνο στην Π.Ε. Λάρισας από τα Δασαρχεία Αγιάς, Λάρισας και Ελασσόνας θα κατασκευαστούν 600 μικρά φράγματα βάρους, ενώ μέσω του ΑΝΤΙΝΕΡΟ συντηρούνται και βελτιώνονται 150 χιλιόμετρα δασικής οδοποιίας με κατασκευή οχετών και ιρλανδικών διαβάσεων, δημιουργούνται 540 στρέμματα στεγασμένων αντιπυρικών ζωνών, καθαρίζεται η βιομάζα σε 1250 στρ. στην Όσσα, συντηρείται και βελτιώνεται ο δασικός δρόμος σύνδεσης με την Πιερία μέσω του Εμβληματικού Ολύμπου στον Κοκκινοπηλό Ελασσόνας, συντηρούνται αντιπυρικές ζώνες και καθαρίζονται υποβαθμισμένα δάση με απομάκρυνση της εύφλεκτης βιομάζας ύψους 5 εκατομμυρίων ευρώ».
Δασικές Υπηρεσίες και Πυροσβεστική
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης με την κ. Φτίκα έγινε αναφορά στην αρμοδιότητα των Δασικών Υπηρεσιών στα δάση και στο ζήτημα της σχέσης τους με την Πυροσβεστική, όπου επισήμανε τα εξής: «Αρχικά, να τονίσουμε πως οι βασικοί άξονες πάνω στους οποίους σχεδιάζεται και υλοποιείται η προστασία του δασικού μας πλούτου είναι αφενός η πρόληψη και αφετέρου η καταστολή, η κατάσβεση. Από το 1998 το Πυροσβεστικό Σώμα είναι ο επιχειρησιακός βραχίονας που αναλαμβάνει δράση την ώρα της κρίσης
Η Δασική Υπηρεσία είναι υπεύθυνη, κυρίως, για το κομμάτι της πρόληψης. Δηλαδή, μακροπρόθεσμα, το έργο της Δασικής Υπηρεσίας, συνίσταται στο να διαχειρίζεται το δάσος κατά τρόπο ώστε να είναι υγιές και ανθεκτικό, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, πριν από την αντιπυρική περίοδο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα τελευταία χρόνια, με τη βοήθεια του Ταμείου Ανάκαμψης έχει υλοποιηθεί το πρόγραμμα ANTINERO, στα πλαίσια του οποίου, εντάσσονται μια σειρά από έργα, ενέργειες και δράσεις, όπως είναι οι καθαρισμοί των δασών, η διάνοιξη και συντήρηση αντιπυρικών ζωνών και δασικών δρόμων, καθώς και η αφαίρεση καύσιμης ύλης και συσσωρευμένης επί δεκαετίες βιομάζας, ενώ σημαντική για την προστασία των δασών μας είναι και η εκπόνηση διαχειριστικών μελετών.
Η Δασική Υπηρεσία συνεργάζεται με την Πυροσβεστική, με τους ρόλους των δύο υπηρεσιών να λειτουργούν συμπληρωματικά. Προς την κατεύθυνση μάλιστα της επίτευξης της καλύτερης δυνατής συνεργασίας, έγινε ένα σημαντικό βήμα από το περασμένο καλοκαίρι, με τη θέσπιση ενός νέου πλαισίου συνεργασίας για την καλύτερη διαχείριση των μεγάλων πυρκαγιών, μέσω της σύστασης ειδικών Υποστηρικτικών Ομάδων από Δασολόγους των Δασικών Υπηρεσιών.
Η αποτελεσματική προστασία των δασών μας κρίνεται από το πόσο άρρηκτα μπορούν να συνδεθούν η βαθιά γνώση του δάσους με την επιχειρησιακή ικανότητα της πυρόσβεσης».
* Έχουμε ικανό αριθμό ατόμων στις υπηρεσίες για την επιθεώρηση των Δασών και την πρόληψη πυρκαγιών;
– «Για πρώτη φορά μετά από περίπου 20 χρόνια, έγιναν προσλήψεις επιστημονικού προσωπικού στις Δασικές Υπηρεσίες. Αυτό είναι σίγουρα ένα θετικό βήμα. Ωστόσο, σε αυτά τα 20 χρόνια που μεσολάβησαν, ο αριθμός των έμπειρων υπαλλήλων που συνταξιοδοτήθηκαν ήταν μεγάλος, δημιουργώντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό, που ακόμα και οι νέες προσλήψεις δεν αρκούν. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να δώσουμε μια διάσταση του συνολικού έργου που καλούνται να φέρουν εις πέρας οι Δασικές Υπηρεσίες.
Αρχικά, από τις Δασικές Υπηρεσίες υλοποιείται το τεράστιο εθνικό έργο να αποκτήσει η πατρίδας μας για πρώτη φορά, ολοκληρωμένους, κυρωμένους, δασικούς χάρτες. Ακόμη, για κάθε έργο που γίνεται στη χώρα, από αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα μέχρι δρόμους και λατομεία, απαιτείται γνωμοδότηση και έγκριση από τη Δασική Υπηρεσία. Επίσης, οι Δασικές Υπηρεσίες είναι εκείνες που διαχειρίζονται ενεργά το δάσος, συντάσσουν διαχειριστικές μελέτες, επιβλέπουν τις υλοτομίες στα δάση, διαθέτουν καυσόξυλα σε ορεινές κοινότητες και εκπαιδεύουν τους δασεργάτες, ενώ μέσα στα καθήκοντά τους είναι η αντιμετώπιση ασθενειών των δέντρων, η ευθύνη των δασικών φυτωρίων για αναδασώσεις, καθώς και η υλοποίηση κρίσιμων αντιδιαβρωτικών και αντιπλημμυρικών έργων.
Τέλος, τα τελευταία τρία χρόνια, χάρη σε νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το πρόγραμμα ANTINERO, οι Δασικές Υπηρεσίες επιτελούν ένα τιτάνιο έργο, προχωρώντας σε ενέργειες και δράσεις που είχαν να γίνουν εδώ και δεκαετίες. Ταυτόχρονα, στη Θεσσαλία, μέσω του προγράμματος Aqua Montis, γίνονται για πρώτη φορά ζωτικής σημασίας έργα ορεινής υδρονομίας, όπως φράγματα βάρους και διευθετήσεις χειμάρρων, που αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι σε μελλοντικές πλημμύρες».
Του Κώστα Γκιάστα (eleftheria.gr)
