Παύλος Μπλιώνας: Κάθε βελονιά και μια συνέχεια της ιστορίας μας

 Βελονιές γεμάτες ακρίβεια, υφάσματα διαλεγμένα ένα προς ένα, υλικά που παραπέμπουν σε εποχές όπου το χέρι και η υπομονή ήταν ο μοναδικός δρόμος για ένα αντάξιο αποτέλεσμα.

 Ο Παύλος Μπλιώνας, με καταγωγή από το Λουτρό Ελασσόνας, σκύβει πάνω από μια φουστανέλα που ολοκληρώνει για έναν πολιτιστικό σύλλογο, και ταυτόχρονα μιλάει για την τέχνη του να ράβεις παραδοσιακές φορεσιές, τέχνη που πια εξασκούν λίγοι, την παράδοση, αλλά και τη σχέση των νέων μ’ αυτή. 

Λίγες ημέρες πριν από την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου, στο μικρό, αλλά γεμάτο ζωή ραφείο του στη Λάρισα, ο Παύλος Μπλιώνας λέει πως: «Ό,τι έμαθα, το κληρονόμησα από τον πατέρα μου». «Εκείνος και η μητέρα μου ήταν ράφτες. 

Από μικρός πήγαινα στο μαγαζί, έραβα, έκανα διορθώσεις και σιγά-σιγά κατασκεύαζα πράγματα. Όταν είχε φορεσιές, με έβαζε να κάνω τα δύσκολα, τα σιρίτια. Και αυτό μου φαινόταν υπέροχα δημιουργικό». Η επαφή αυτή δεν ήταν απλώς μια μαθητεία στη ραπτική, ήταν η πρώτη του είσοδος στον κόσμο της παράδοσης και της λαογραφίας. «Αγάπησα αυτό που κάνω. Θα μπορούσα να είμαι αρχιτέκτονας, μηχανικός, πιλότος…, αλλά με κέρδισε η παράδοση».

Όταν τον ρωτάμε πόσος χρόνος απαιτείται για μια ολοκληρωμένη φορεσιά, χαμογελά. «Είναι πολύ αμφιλεγόμενο να πεις ότι μια φορεσιά θέλει δέκα μέρες ή δύο μήνες», εξηγεί. «Εξαρτάται από τη δυσκολία, τα υλικά, την πιστότητα στο παλιό πατρόν. 

Παλιά, οι νύφες κεντούσαν τις φορεσιές τους πολλά χρόνια. Από τα δέκα τους μέχρι να παντρευτούν. Ήθελαν την πιο όμορφη, την πιο εντυπωσιακή». Σήμερα, η τεχνολογία επιτρέπει στον ίδιο και σε άλλους τεχνίτες να ολοκληρώνουν μια παραδοσιακή στολή σε διάστημα από 10 ημέρες έως και δύο μήνες για τις πιο απαιτητικές. «Αλλά ο κανόνας παραμένει: μένουμε πιστοί στη λαογραφία, στα υφάσματα, στην τεχνοτροπία. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που υφαίνουν και γνέθουν με τον παλιό τρόπο. Και αυτό μας επιτρέπει πολλές φορές να πετυχαίνουμε αντιγραφή 100%».

Ο Παύλος Μπλιώνας ανήκει σε μια κατηγορία τεχνιτών που, ενώ είναι νέοι, επιλέγουν να υπηρετούν μια παλιά τέχνη. Τον ρωτάμε αν οι νέοι ενδιαφέρονται ξανά για την παράδοση. «Η νεολαία έχει πάει σε άλλο επίπεδο, ούτε εμείς το αντιλαμβανόμαστε πάντα», παρατηρεί. «Ωστόσο, βλέπω τα τελευταία χρόνια μια απίστευτη στροφή: τα ελληνικά πανηγύρια γεμίζουν, παιδιά χορεύουν παραδοσιακούς χορούς με δεξιοτεχνία που με κάνει περήφανο.

 Τα social media έχουν παίξει ρόλο. Από τη μια απομακρύνουν, από την άλλη ενώνουν. Συναντιούνται παιδιά από όλη την Ελλάδα για να γλεντήσουν όπως παλιά». Ακόμη, πιστεύει πως το κράτος και οι φορείς μπορούν να ενισχύσουν αυτήν την αναζωπύρωση. «Χρειάζονται κίνητρα. 

Επιδοτήσεις στους πολιτιστικούς συλλόγους για φορεσιές, έδρες, φεστιβάλ χορού. Κι εμείς οι γονείς πρέπει να μεταλαμπαδεύσουμε αυτό που πήραμε από τους παππούδες μας. Μην περιμένουμε από άλλους να μας θυμίσουν ποιοι είμαστε. Ο ελληνικός πολιτισμός έχει δώσει πολλά. Το θέμα είναι να μην τα θεωρούμε δεδομένα».

Η κουβέντα, αναπόφευκτα, οδηγείται στη φουστανέλα, τη στολή που κυριαρχεί στις παρελάσεις της 25ης Μαρτίου. «Η φουστανέλα είναι το απόλυτο σύμβολο», λέει με σεβασμό. «Μας θυμίζει τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Κανάρη. Φορώντας την, τιμούμε αυτούς που αγωνίστηκαν για την ελευθερία. Κι αυτήν την ελευθερία τη θεωρούμε δεδομένη, αλλά δεν είναι. Κοίτα τι γίνεται σήμερα με τους πολέμους. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο».

Για τον ίδιο το μήνυμα των ημερών είναι ξεκάθαρο. «Τίμα τους προγόνους σου. Πατρίδα, Θρησκεία, Οικογένεια, αυτό είναι το τρίπτυχο που μας κράτησε ενωμένους. 

Η φιλοξενία, η ανθρωπιά, η συνοχή… είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έθνος μας. Ας χαρούμε την ελευθερία και ας ξέρουμε από πού ξεκινήσαμε και πού πάμε». 

Στο τέλος, ο Παύλος Μπλιώνας κατεβάζει το κεφάλι και αρχίζει να ράβει ξανά, κάθε βελονιά πάνω στο ύφασμα και μια συνέχεια της ιστορίας. Φορεσιές που είναι περισσότερο υπενθύμιση παρά ρούχο, κομμάτι της ταυτότητάς μας, παρά μουσειακό έκθεμα.

Του Θανάση Αραμπατζή 
Πηγή: eleftheria.gr
Εικόνες θέματος από mammuth. Από το Blogger.