Από την Ελασσόνα στην Καρυά: Το οδοιπορικό πίστης με την εικόνα της Παναγίας της Ολυμπιώτισσας
Κάθε χρόνο, τις ημέρες του Δεκαπενταύγουστου, στην Καρυά Ολύμπου, οι μόνιμοι κάτοικοι αλλά και οι απανταχού Καρυώτες συγκεντρώνονται για να τηρήσουν με ευλάβεια ένα έθιμο που χάνεται στα βάθη του χρόνου.
Πρόκειται για μια παράδοση χιλίων και πλέον ετών, κατά την οποία οι πιστοί μεταφέρουν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Ολυμπιώτισσας από το ομώνυμο μοναστήρι στο χωριό, προκειμένου να λάβουν την ευλογία της.
Μάλιστα, για περίπου μία εβδομάδα, όλοι όσοι το επιθυμούν και νιώθουν την ανάγκη, έχουν τη δυνατότητα να φιλοξενήσουν το ιερό κειμήλιο στα σπίτια τους, έστω και για λίγες ώρες, ενώ στη συνέχεια η εικόνα μεταφέρεται στη Συκαμινέα (Σκαμνιά) και αμέσως μετά στην Κρυόβρυση.
Η ιστορία της εικόνας ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους, όταν στην περιοχή της Καρυάς λειτουργούσε το παλιό μοναστήρι, κοντά στο σημείο όπου φέρεται να είχε φανερωθεί αρχικά.
Όταν εκείνο το μοναστήρι καταστράφηκε —άγνωστο για ποιον ακριβώς λόγο, πιθανόν όμως από κάποια επιδρομή— οι μοναχοί κατέφυγαν στο πλησιέστερο μοναστήρι, αυτό της Παναγίας Ολυμπιώτισσας στην Ελασσόνα, μεταφέροντας μαζί τους και την εικόνα.
Το μοναστήρι της Ελασσόνας, που αρχικά ήταν αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρα, μετονομάστηκε σε Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου και Μονή της Παναγίας Ολυμπιώτισσας, γι' αυτό και μέχρι σήμερα πανηγυρίζει δύο φορές τον χρόνο.
Η εικόνα έχει συνολικές διαστάσεις 66 x 58 εκατοστά και καλύπτεται από ασημένια εικονογραφημένη επένδυση, ενώ η αρχική ξύλινη εικόνα στο εσωτερικό της έχει διαστάσεις μόλις 11 x 7 εκατοστά.
Η Θεοτόκος αναπαριστάται όρθια, χωρίς το Θείο Βρέφος, με σταυρωμένα τα χέρια σε στάση προσευχής. Φέρει τη συντομογραφία «Μήτηρ Θεού» που παραπέμπει στη βυζαντινή τεχνοτροπία, ενώ σε εμφανές σημείο παραμένει σφηνωμένη μια μικρή πέτρα, η οποία συνδέεται άμεσα με τον τοπικό θρύλο.
Για το έθιμο, τις παραδόσεις και τις διαδρομές των πιστών, τις οποίες ακολουθεί και συνοδεύει τα τελευταία είκοσι χρόνια, μίλησε ο πατέρας Ιωάννης, αναφέροντας την ιστορία που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά.
Σύμφωνα με τον θρύλο, οι μοναχοί του παλιού μοναστηριού συνήθιζαν ανήμερα της Κοιμήσεως να μεταφέρουν την εικόνα στο σημείο της φανέρωσής της. Κάποια στιγμή η μεταφορά αυτή σταμάτησε από τους μοναχούς, και παρότι την συνέχισαν για λίγο οι κάτοικοι, τελικά σταμάτησε κι από εκείνους.
Η παράδοση λέει πως τότε η Παναγία ξεκίνησε μόνη της να πάει στο σημείο εκείνο, έχοντας τη μορφή μιας γερόντισσας που κρατούσε ένα φανάρι.
Ένας βοσκός που έβοσκε το κοπάδι του στην περιοχή είδε το φως από μακριά και, τρομαγμένος, πέταξε μια πέτρα, η οποία βρήκε την Παναγία στο στήθος. Την επομένη, οι κάτοικοι βρήκαν τον βοσκό και το κοπάδι του μαρμαρωμένους, ενώ στο ίδιο σημείο εντοπίστηκε η εικόνα με την πέτρα σφηνωμένη πάνω της.
Στη θέση εκείνη υπάρχει μέχρι σήμερα ένας σχηματισμός βράχων που λέγεται ότι είναι ο μαρμαρωμένος βοσκός με τα ζώα του, καθώς και ένα δέντρο, ένας φράξος (μελία), το οποίο δεν μεγαλώνει ποτέ και θεωρείται πως είναι η γκλίτσα του.
Σε ανάμνηση αυτής της λιτανείας, οι κάτοικοι της Καρυάς υποδέχονται κάθε Δεκαπενταύγουστο την εικόνα στο παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου, στην είσοδο του χωριού.
Μέχρι τη δεκαετία του ’50, η διαδρομή από τη Μονή της Ολυμπιώτισσας ως την Καρυά πραγματοποιούνταν εξ ολοκλήρου με τα πόδια. Αντιπροσωπεία του χωριού διένυε μια απόσταση περίπου 40 χιλιομέτρων, διάρκειας οκτώ ωρών, ψάλλοντας παρακλητικούς ύμνους.
Βάσει του εθίμου, το πρώτο βράδυ της άφιξής της στην Καρυά, η εικόνα φιλοξενείται πάντα στο οίκημα που παλαιότερα αποτελούσε μετόχι της Μονής Ολυμπιώτισσας.
Αν και το κτίσμα ανήκει πλέον σε οικογένεια που διαμένει στο εξωτερικό, οι ιδιοκτήτες φροντίζουν να είναι πάντα ανοιχτό τη συγκεκριμένη ημέρα για την υποδοχή του ιερού κειμηλίου.
Τις επόμενες ημέρες πραγματοποιούνται λιτανείες σε όλο το χωριό, πριν η εικόνα ξεκινήσει την εβδομαδιαία περιφορά της στα σπίτια των κατοίκων.
Ανδρέας Νικούλης










