Η φωνή της ήττας στον μιναρέ της Ελασσόνας: Η ανάρτηση του Δημάρχου Νίκου Γάτσα για την 6η Οκτωβρίου 1912
Με αφορμή μια σπάνια ιστορική φωτογραφία και το συνοδευτικό της κείμενο, σε ανάρτηση του, ο δήμαρχος Ελασσόνας Νίκος Γάτσας αναφέρεται στις δραματικές στιγμές της απελευθέρωσης της πόλης την 6η Οκτωβρίου 1912.
Στην ανάρτησή του περιγράφει τη φορτισμένη ατμόσφαιρα της ημέρας εκείνης, εστιάζοντας στη μορφή του Οθωμανού μουεζίνη, ο οποίος από τον εξώστη ενός μιναρέ γεμάτου από τα σημάδια των ελληνικών σφαιρών, ξέσπασε σε κραυγές και κατάρες κατά των προελαυνόντων ελληνικών στρατευμάτων.
Με γλαφυρό τρόπο αναδεικνύει τη μετάβαση της Ελασσόνας στη νέα της εποχή μέσα από αυτή την έντονη και συμβολική εικόνα της ιστορικής καμπής.
Αναλυτικά αναφέρει τα εξής:
"Η ατμόσφαιρα στην Ελασσόνα εκείνο το φθινοπωρινό δειλινό της 6ης Οκτωβρίου του 1912 ήταν βαριά, γεμάτη από τη μυρωδιά του μπαρουτιού που μόλις είχε κατακάτσει. Η άμυνα των Οθωμανών είχε σπάσει, οι γραμμές τους είχαν υποχωρήσει προς τον Βορρά, και οι ιαχές του προελαύνοντος ελληνικού στρατού αντηχούσαν ακόμα στους γύρω λόφους, φέρνοντας μαζί τους την υπόσχεση μιας νέας εποχής.
Μέσα σε αυτή την ηλεκτρισμένη σιωπή της ήττας, μια φιγούρα ξεπρόβαλε ψηλά, στον εξώστη του μιναρέ. Ήταν ο Μουεζίνης. Η φιγούρα του, ντυμένη στα σκούρα, έμοιαζε με μαύρο πουλί εγκλωβισμένο ανάμεσα στον ουρανό και την πληγωμένη γη.
Ο μιναρές γύρω του δεν ήταν πια το γαλήνιο σύμβολο της πίστης του· ήταν ένα πέτρινο κορμί διάτρητο από τον πόλεμο. Τα σημάδια από τις σφαίρες, φρέσκα, βαθιά και ακανόνιστα, είχαν ξεφλουδίσει το λευκό μάρμαρο και την πέτρα, αφήνοντας ανοιχτές, γκρίζες πληγές. Κάποια βλήματα είχαν καρφωθεί ακριβώς κάτω από τα πόδια του, σκορπίζοντας σκόνη που ακόμα αιωρούνταν στον αέρα, σαν καπνός από ένα θυμιατήρι οργής.
Ο Μουεζίνης δεν ανέβηκε για να καλέσει σε προσευχή. Ανέβηκε για να πολεμήσει με τον μοναδικό τρόπο που του είχε απομείνει: με τη φωνή του.
Σφίγγοντας τα κάγκελα του εξώστη, με τα δάχτυλά του να ακουμπούν τις ζεστές ακόμα χαραγματιές που είχαν αφήσει οι ελληνικές σφαίρες στην πέτρα, κοίταξε προς τον δρόμο που άνοιγε για τους νικητές. Το πρόσωπό του, παραμορφωμένο από την απόγνωση και το μίσος, στράφηκε προς τη σκόνη που σήκωναν τα ελληνικά τάγματα. Η φωνή του ξέσπασε σαν καταιγίδα. Δεν ήταν ψαλμός, αλλά ένα παραλήρημα από κατάρες και βρισιές, μια λυσσασμένη κραυγή ενάντια στο πεπρωμένο που άλλαζε. Ασχημονούσε, χειρονομούσε άγρια προς το μέρος του στρατού, φτύνοντας λόγια γεμάτα δηλητήριο για εκείνους που είχαν τολμήσει να διαβούν τα παλιά σύνορα και να γκρεμίσουν την εξουσία του σουλτάνου.
Καθώς ο ήλιος έδυε, βάφοντας τον ουρανό με το πορφυρό χρώμα του αίματος, η εικόνα απέκτησε μια τραγική θεατρικότητα. Ο Μουεζίνης, ένας μοναχικός αρνητής της ιστορίας, ούρλιαζε στο κενό, ενώ γύρω του, οι τρύπες από τις σφαίρες στον μιναρέ στέκονταν ως αδιάψευστα, πέτρινα τεκμήρια ότι η Ελασσόνα είχε ήδη αλλάξει χέρια".
Ανδρέας Νικούλης

